www.kassandra-halkidiki.gr
ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
(PENINSULA KASSANDRA CHALKIDIKI)

ΠΛΗΡΗΣ Τουριστικός & Πολιτιστικός Οδηγός
(COMPLETE Tourist & Cultural Guide)

Το Ιερό του Άμμωνος Διός στην Καλλιθέα Χαλκιδικής
Ammon Zeus Sanctuary in Kallithea, Halkidiki

Η ιστορία του ιερού


   Τα πρώτα στοιχεία χρήσης του χώρου του ιερού χρονολογούνται στην πρώιμη εποχή του χαλκού. Στη συνέχεια, μετά από τον αποικισμό της Χαλκιδικής από τους Έλληνες του νότου και την ίδρυση της Αφύτιος, αποικίας της Ερέτριας, η περιοχή του ιερού συμπεριλήφθηκε στη χώρα της αρχαίας πόλης. Η ιστορία του ιερού, που είναι γνωστό για τα «σκιερά του σκηνώματα» και «τα λαμπρά και ψυχρά ύδατα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ξενοφώντας στα Ελληνικά του, αρχίζει το β ’ μισό του 8ου αιώνα π.Χ. Μάλιστα, συνδέεται με την εγκατάσταση Ευβοέων αποίκων στην περιοχή της Αφύτου και το συνοικισμό τους με τους αυτόχθονες του μικρού προϊστορικού οικισμού, η ίδρυση του οποίου χάνεται στα βάθη της 3ης χιλιετίας.
Το ιερό δεν έχει να επιδείξει πολυτελή κατασκευάσματα και ιερά κτίσματα. Η εικόνα που δίνει φανερώνει μάλλον την ακραιφνή πίστη των Ευβοέων αποίκων.
Ο Άμμων, θεός Αιγυπτίων και Λιβύων των αρχών τις 2ης χιλιετίας π.Χ., ταυτίστηκε αργότερα με το Δία. Και αυτό έγινε, διότι ένας χρησμός προερχόμενος απ’ την αιγυπτιακή Θήβα, όπου βρισκόταν και το κυριότερο Ιερό του θεού, έμοιαζε με χρησμό του Ιερού του Δία στη Δωδώνη. Έκτοτε η παρουσία του στο χώρο της Ηπειρωτικής Ελλάδας είναι συχνή.
Ο βωμός του Άμμωνος Διός χτίζεται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. στον ιερό χώρο του Διονύσου και των Νυμφών. Ο ναός χτισμένος στο β' μισό του 4ου αιώνα π.Χ., έρχεται να αποκρυσταλλώσει τη λατρεία του θεού στο χώρο, να μας αποδείξει την οικονομική ευμάρεια της πόλης, η οποία φαίνεται να μην έχει επηρεαστεί απ’ την κατάληψη της Ολύνθου το 348 π.Χ., ή ακόμη και να συνδέσει - κατά άλλους - την ανοικοδόμησή του με το όνομα του Φιλίππου ή και αυτό του Αλέξανδρου.
Απ’ τον 5ο αιώνα π.Χ. ο Άμμων Ζευς εμπλέκεται στον ιστορικό ιστό της Αφύτου, γίνεται ο θεός-προστάτης της πόλης, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αποφυγή κινδύνων, που την απειλούν, απεικονίζεται σε νομίσματα της εποχής.
Στο Ιερό επιβλητική είναι η παρουσία του ναού του Άμμωνος Διός, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα είχε και μαντικές ιδιότητες. Ο ναός, δωρικού ρυθμού με 6 κίονες στη στενή και 12 στη μακριά του πλευρά, κατασκευάστηκε τον 4ο αιώνα από εγχώριο κογχυλιάτη λίθο, ενώ τα αρχιτεκτονικά του μέλη ήταν επιχρισμένα από λευκό μαρμαροκονίαμα. Αξιοσημείωτο είναι ότι τον 3ο αιώνα π.Χ. μαρμάρινος θριγκός αντικαθιστά τον αρχικό λίθινο, καθώς ο τελευταίος καταστρέφεται στα χρόνια της Γαλατικής επιδρομής, στις πρώτες δεκαετίες του 3ου αιώνα π.Χ. Παράλληλα, και η αρχική Κορινθιακή κεράμωση του ναού δέχτηκε επισκευές κατά τους εκκλησιαστικούς χρόνους, αλλά και μερική αντικατάσταση από λακωνικές κεράμους τη ρωμαϊκή εποχή. Ενδιαφέροντα είναι και τα θραύσματα γλυπτών, τα πολυάριθμα όστρακα, καθώς και τα αρκετά επιγραφικά ευρήματα στο χώρο γύρω απ’ το ναό, που διαφωτίζουν την ιστορία του Ιερού του Άμμωνος Διός.
Νοτιοδυτικά του ναού του Άμμωνος Διός αποκαλύφθηκε θεατρική κατασκευή, η οποία αναφέρεται ως «αμφιθέατρο» και έχει εδώλια στην ανατολική πλευρά και κλίμακα στη δυτική.
Η φήμη και η ακτινοβολία του Ιερού - και κατ’ επέκταση η ευμάρεια της πόλης της Αφύτου - θα πρέπει να συνεχίστηκε αμείωτη στους εκκλησιαστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, γεγονός που πιθανότατα σχετίστηκε με την κοπή νομίσματος σε εργαστήρι της πόλης.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή (1ος-2ος αιώνα μ.Χ.) πραγματοποιούνται νέα έργα στο ιερό. Στα νότια του ναού ο παλιότερος επιμήκης βωμός αντικαθίσταται από μικρότερο και κατασκευάζονται δύο κτίρια με κερκίδες εκατέρωθεν του βωμού. Από το δυτικό κτίριο σώζονται τρεις κερκίδες και από το ανατολικό μια. Τα δύο κτίσματα με τις κερκίδες ανοικοδομήθηκαν με λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη δωρικού και ιωνικού ρυθμού, πιθανώς σε δεύτερη χρήση.
Η χρήση του Ιερού φαίνεται να συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της Ρωμαϊκής περιόδου, απ’ τον 1ο αιώνα μ.Χ., μέχρι την εποχή του Θεοδοσίου, οπότε και το Ιερό καταστράφηκε βίαια, όπως φαίνεται απ’ τα τεμαχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού.

Παρά την καταστροφή, δεν παρατηρείται ανθρώπινη εγκατάλειψη και οικοδομική αγρανάπαυση στο χώρο του Ιερού. Μια παλαιοχριστιανική βασιλική, ένας ερειπωμένος μεσοβυζαντινός ναός, καθώς και ένας ναός των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας αποδεικνύουν, ότι η λατρεία στο χώρο του αρχαίου Ιερού συνεχίστηκε και κατά τους χριστιανικούς χρόνους, με τη διαφορά ότι έλαβε νέο ιδεολογικό περιεχόμενο και δηλώθηκε με νέες μορφές τέχνης.
Πιο αναλυτικά στο χώρο του Ιερού επισημάνθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που αργότερα εντοιχίστηκαν στον αναλημματικό τοίχο του άλλοτε μετοχιού της Μονής Παντελεήμονος.
Το 1866 εγκαινιάσθηκε στην περιοχή μικρός μονόχωρος καμαροσκεπής ναός με νάρθηκα, για την κατασκευή του οποίου χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη του προγενέστερου βωμού και του «θεάτρου». Πρόκειται για καθολικό του μετοχιού της Ρωσικής Μονής Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Οι μοναχοί χρησιμοποίησαν το χώρο ως λιμάνι εξαγωγής σιτηρών της ενδοχώρας, ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξαν οικοδομική δραστηριότητα, η οποία στάθηκε καταστροφική για τα αρχαία κτίσματα και έκανε δύσκολο το ανασκαφικό έργο, αλλά και την αρχαιολογική έρευνα. Η περιοχή σταδιακά έπαψε να χρησιμοποιείται απ’ τους μοναχούς του Αγίου Όρους.
Η άγρευση, όμως, του παρελθόντος αυτού του χώρου οδήγησε στην ανακάλυψη των στοιχείων εκείνων, που στο σύνολό τους αποτελούν αδιαφιλονίκητες αποδείξεις και αδιάψευστα τεκμήρια της ιερότητάς του - μια ιερότητα που τελικά ο καθένας συνειδητοποιεί, ότι έμεινε αβεβήλωτη απ’ το φθοροποιό χρόνο, την ανθρώπινη επέμβαση, την οικοδομική δραστηριότητα. Θα έλεγε κανείς, ότι ακόμη και σήμερα αυτός μόνο ο περιορισμένος χώρος των ιερών παραμένει μακριά απ’ τον πολιτισμό, χαμένος στο γοητευτικότατο παρελθόν εκείνων, που με τόση σοφία τον επέλεξαν για τη Βακχική και την Αμμώνια λατρεία.

Η λατρεία του Άμμωνα

  
Η λατρεία του Άμμωνος Διός στη Μακεδονία εντοπίζεται μόνο στην περιοχή της Αφύτιος από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., όπου υπήρχε μεγαλοπρεπές ιερό του θεού. Η λατρεία του θεού είχε ως αφετηρία τις Θήβες της Αιγύπτου. Εκεί, κατά την εποχή της 12ης αιγυπτιακής δυναστείας (αρχές 2ης χιλιετηρίδας π.Χ.), οι Θήβες έγιναν πρωτεύουσα της χώρας και ο Άμμων ο πρώτος θεός όλης της Αιγύπτου. Ο σύνδεσμος όμως μεταξύ του Διός και του Άμμωνος καθώς και της μεταφοράς της λατρείας του στον ελλαδικό χώρο υπήρξε η δωρική αποικία της Κυρήνης στη Λιβύη. Οι Κυρηναίοι ήταν οι πρώτοι που προσέδωσαν στον Άμμωνα μαντικές ικανότητες συνδέοντας τον με τον Δία στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ., όπως φαίνεται από νομίσματα που έκοψαν και που απεικονίζουν τον Άμμωνα Δία με κέρατα κριαριού, ενώ ο πρώτος συγγραφέας που αναφέρει το μαντείο του Άμμωνος στη Λιβύη είναι ο Ηρόδοτος, στο γνωστό επεισόδιο με τον Κροίσο.

Οι κύριες πηγές πληροφοριών της σύνδεσης του Άμμωνος με τον Δία και της εξάπλωσης της λατρείας του στην Ελλάδα μέχρι τη Δωδώνη, είναι ο Ηρόδοτος και ο Πίνδαρος. Ο Ηρόδοτος χαρακτηρίζει τον Δία ως Θηβαίο και τον ταυτίζει με τον Άμμωνα δίνοντας μας και την πληροφορία ότι οι Αιγύπτιοι τον απεικόνιζαν κριόμορφο, ενώ ο Πίνδαρος σε τέσσερεις πυθιόνικους αφιερωμένους σε βασιλείς της Κυρήνης αναφέρεται στον Δία Άμμωνα και σε έναν από τους οποίους, επικαλείται τον Άμμωνα ως Ολύμπου δεσπότη. Εξάλλου στον Πίνδαρο αποδίδεται και η ίδρυση του πρώτου ιερού του Άμμωνος στη Θήβα για το οποίο μας πληροφορεί ο Παυσανίας. Έπειτα από τη Θήβα η λατρεία του Άμμωνος εξαπλώθηκε στη Σπάρτη, την Ολυμπία, την Αθήνα και στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. την Άφυτι με το γνωστό περιστατικό του Λυσάνδρου.
Η λατρεία του θεού εισήχθη στο ιερό στο α’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.. Τότε κτίστηκε από τους κατοίκους της Αφύτιος βωμός ή περίβολος, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Στην περιοχή του σπηλαίου και των πηγών νερού κτίστηκε κρηναίο οικοδόμημα, προκειμένου να γίνει μεταφορά νερού στον καινούριο χώρο λατρείας, εξαιτίας της στενής σχέσης του Άμμωνος με το νερό και της απαραίτητης ύπαρξης δεξαμενής νερού στα ιερά του. Ο αγωγός έφερνε το νερό από το κρηναίο οικοδόμημα κοντά στο σπήλαιο σε κατασκευή μπροστά στην είσοδο του ναού για τις ανάγκες της λατρείας. Από την κατασκευή ξεκινούσε λίθινο ρείθρο που παροχέτευε το νερό προς τα ανατολικά, προς τη θάλασσα δηλαδή. Μετά από την προσάρτηση της Χαλκιδικής στο βασίλειο της Μακεδονίας κτίστηκε δωρικός περίπτερος ναός και στα ανατολικά του υπαίθριος διάδρομος που πλαισιωνόταν από μνημειακά βάθρα με γλυπτά. Η κατασκευή του ναού και των βάθρων χρονολογείται στο β’ μισό του 4ου αιώνα π.χ., πιθανότατα στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η λατρεία του Άμμωνος Διός στη Μακεδονία παρέμεινε μόνο στην περιοχή της Αφύτιος, αλλά συνδέθηκε άμεσα με τη δυναστεία των Τημενιδών και κυρίως με τον Φίλιππο Β΄ και τον Αλέξανδρο Γ΄. Είναι γνωστό ότι όταν ο Φίλιππος ταραγμένος από τη θέα φιδιών στο κρεβάτι της Ολυμπιάδας έστειλε πρεσβεία στο μαντείο των Δελφών για να πάρει χρησμό, η Πυθία του απάντησε να σέβεται και να τιμά με θυσίες τον Άμμωνα. Αργότερα είδε τον ίδιο το θεό με μορφή φιδιού να συνευρίσκεται με την Ολυμπιάδα. Ο Αλέξανδρος λοιπόν θεωρούσε τον εαυτό του ως γιο του Άμμωνος Διός, ύστερα από τα λεγόμενα της Ολυμπιάδας, γεγονός που προσπάθησε να επιβεβαιώσει ύστερα από την επίσκεψή του στο μαντείο του θεού στην όαση Σίβα. Ύστερα από αυτό ο Αλέξανδρος ακολούθησε τις οδηγίες του θεού τελώντας θυσίες στους θεούς που το μαντείο τον είχε συμβουλεύσει, ενώ στη συνέχεια της εκστρατείας του τίμησε και τον ίδιο τον Άμμωνα με σπονδές, όπως αναφέρει ο Αρριανός.
Το ιερό του Άμμωνος στην Άφυτι επισκευάστηκε πιθανότατα στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Ε΄, περίοδος που η Άφυτις ξανακόβει δικό της νόμισμα. Παρατηρείται δηλαδή μετά τον Αλέξανδρο μια στροφή προς τη λατρεία του Άμμωνος στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Ε΄. Πιθανότατα η στροφή θα πρέπει να συνδεθεί με τις διπλωματικές σχέσεις που σύνηψε ο Φίλιππος Ε΄ με τον Αννίβα εναντίον των Ρωμαίων, εφόσον ο Αννίβας υπήρξε προσωπικότητα που συνέδεσε το όνομά του με το ιερό του θεού στη Λιβύη.
Στη ρωμαϊκή εποχή το κρηναίο οικοδόμημα δεν λειτουργούσε και αντ’ αυτού υπήρχε σειρά δεξαμενών. Μια από αυτές έχει εντοπιστεί πεσμένη νότια και δυτικά του κρηναίου οικοδομήματος, ενώ έχουν εντοπιστεί και τμήματα άλλων.

Ανασκαφές

  
   Η λατρεία του Άμμωνος Διός στην Άφυτι υπήρξε γνωστή από τις πηγές. Συγκεκριμένα ο Παυσανίας αναφέρει στο τρίτο βιβλίο του ότι κατά την πολιορκία της Αφύτου από το Λύσανδρο, παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Άμμων και τον συμβούλευσε να λύσει την πολιορκία, όπως και τελικά έκανε. Το ίδιο περιστατικό μας το παραδίδει και ο Πλούταρχος στο βίο του Λυσάνδρου, ενώ ο ίδιος στο βίο του Αλεξάνδρου, μας πληροφορεί ότι στο Φίλιππο δόθηκε χρησμός από το μαντείο των Δελφών να θυσιάσει στον Άμμωνα. Ο Στέφανος Βυζάντιος επίσης μας παραδίδει την πληροφορία ότι στην Άφυτι υπήρχε μαντείο του θεού. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην περιοχή της Αφύτιος υπήρχε λατρεία του Διονύσου και των Νυμφών, όπως αποδεικνύεται επιγραφικά στην περιοχή.

Το ιερό του Άμμωνος Διός επιβεβαιώθηκε και ανασκαφικά το 1968 με τον εντοπισμό του ναού στην παραλία του σημερινού χωριού Καλλιθέα (Μάλτεπε), ύστερα από εργασίες εκσκαφής θεμελίων για την ανέγερση ξενοδοχείου. Η θέση του ιερού ήταν στην ουσία άγνωστη, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '60. Η ανασκαφή στο χώρο αυτό ξεκίνησε στις 13/3/1969 από τους αρχαιολόγους Φώτη Πέτσα και Ευγενία Γιούρη και η κύρια ανασκαφική δραστηριότητα κράτησε μέχρι το 1974.
Στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος εντοπίστηκαν και ερευνήθηκαν δύο παράλληλες σειρές με μνημειακά βάθρα ανατολικά του ναού που αποτελούσαν μαζί με αυτόν ένα ενιαίο συγκρότημα. Πρόκειται για έξι βάθρα στη μια σειρά και δύο και μια μακρόστενη κατασκευή στην άλλη. Επάνω τους αρχικά υπήρχαν γλυπτά, κατά τη συνήθεια των αιγυπτιακών ιερών. Η έρευνα στην περιοχή των βάθρων αποκάλυψε, επίσης, τη μεταφορά νερού στην περιοχή, πιθανότατα για τη λειτουργία ιερής δεξαμενής, καθώς και την ύπαρξη πρωιμότερης φάσης του ιερού το Άμμωνος Διός, η οποία χρονολογείται στο α’ μισό του 4ου αι. π.Χ.
Πρόκειται για έναν δωρικό, πώρινο ναό, περίπτερο, με 6x11 κίονες, διαστάσεων 21,43x10,51μ.. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκε το κρηπίδωμα και η ευθυντηρία του ναού, μια πλίνθος του στυλοβάτη, καθώς και αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη της ανωδομής, όπως τμήματα δυο δωρικών κιονοκράνων, ένα τμήμα επιστυλίου, ένα τμήμα μετόπης, δυο τμήματα τριγλύφων και ένα τμήμα γείσου. Η σύνθεση των τμημάτων των δυο δωρικών κιονοκράνων αναπαριστά ολοκληρωμένα τη μορφή του, καθώς το ένα διασώζει τις διαστάσεις του και το δεύτερο διατηρεί αλώβητη τη μορφή του εχίνου. Το συνολικό ύψος του κιονοκράνου είναι 0,386μ., το πλάτος του άβακα 0,99μ., η διάμετρος μεταξύ εχίνου και ιμάντων 0,79μ., το ύψος του εχίνου 0,115μ., το ύψος των ιμάντων 0,033μ., το ύψος του υποτραχηλίου 0,09μ. και η διάμετρος του κίονα 0,67μ.. Η μορφή του εχίνου καθώς και ο λόγος της πλευράς του άβακα προς την κάτω διάμετρο, που είναι ανάλογος με αυτόν του κίονα του ναού της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα, χρονολογούν το κιονόκρανο στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ..
Παρατηρούνται όμως, όσον αφορά τις υπόλοιπες αναλογίες του κιονοκράνου, αναφορές σε κλασικά πρότυπα, ένα φαινόμενο που έχει επισημανθεί στην τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.. Από τα κομμάτια του λίθινου θριγκού που έχουν διασωθεί (τμήμα επιστυλίου, τμήμα μετόπης, δυο τμήματα τριγλύφων και τμήμα γείσου) προσδιορίζονται με σχετική ακρίβεια οι οριζόντιες διαστάσεις του. Έτσι το πλάτος του επιστυλίου υπολογίζεται σε 2,184μ., της τριγλύφου σε 0,42μ. και της μετόπης σε 0,672μ.. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των αρχιτεκτονικών αυτών μελών ανήκουν στην εποχή που χρονολογείται το κιονόκρανο. Εκτός όμως από τον πώρινο θριγκό βρέθηκαν και κομμάτια ενός μαρμάρινου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται τμήμα επιστυλίου, τριγλύφου, προμόχθου, γείσου και της πλίνθου του τυμπάνου του αετώματος. Από τα επιμέρους χαρακτηριστικά των μελών αυτών, όπως τον πλατύ μηρό και τη στενή βαθιά γλυφή των τριγλύφων, καθώς και τις μεγάλες σταγόνες, επιχειρείται μια χρονολόγηση του μαρμάρινού θριγκού στα ελληνιστικά χρόνια, γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ.
Ο αρχιτέκτονας του ναού του Άμμωνος Διός χρησιμοποίησε πιθανόν τον ιωνικό πόδα (0,294μ.). Ο ναός είχε κορινθιακή κεράμωση, η οποία δέχτηκε επισκευή κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Στη ρωμαϊκή περίοδο η στέγη δέχτηκε εκ νέου πρόχειρη επισκευή, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκαν λακωνικές κεραμίδες. Από την αρχική του φάση σώζονται ανθεμωτοί καλυπτήρες, και ανάγλυφες σίμες. Οι ανάγλυφες σίμες από το χώρο του ιερού ανήκουν σε δυο τύπους, οι οποίοι διαιρούνται σε επιμέρους ομάδες. Η διακόσμηση τους αποτελείται από σύνθετο μαίανδρο στο χρώμα του πηλού, γραπτό αστράγαλο και ανθέμια και άνθη λωτού εναλλάξ, που συνδέονται μεταξύ τους με οριζόντιες έλικες. Το μέτωπό τους επίσης διακοσμείται ανάγλυφα με υδρορρόη-λεοντοκεφαλή, εκατέρωθεν της οποίας υπάρχει φύλλο άκανθας και σπείρα.
Στα ΝΑ του ναού αποκαλύφθηκε ο βωμός του ιερού, ο οποίος σώζεται σε ύψος 1μ.. Έχει πλάτος 1μ. και μήκος 10μ.. Ο βωμός, που βρέθηκε καλυμμένος με στρώμα άμμου, συνδέεται με την αρχική φάση του ναού. Σε μεταγενέστερα χρόνια διαμορφώθηκε στο μέσον του ένας μικρός βωμίσκος, γύρω από τον οποίο βρέθηκαν ίχνη τέφρας και οστά μεγάλων ζώων, ενώ εντός του αποκαλύφθηκε παχύ στρώμα καύσης. Οι απολήξεις του βωμού δεν εντοπίστηκαν καθώς διακόπτονται από δυο μεταγενέστερες ορθογώνιες κατασκευές στα ανατολικά και δυτικά του ναού. Οι επιμήκεις αυτές κατασκευές έγιναν πρόχειρα από αρχιτεκτονικά μέλη δωρικού και ιωνικού ρυθμού. Και στα δυο κτίσματα διαμορφώθηκαν βαθμίδες στην πλευρά που βρίσκεται στην είσοδο του ναού. Έτσι στο δυτικό σώζονται τρεις βαθμίδες και στο ανατολικό μία, ενώ στην αντίθετη πλευρά τους διαμορφώθηκαν κλίμακες. Στο δυτικό η κλίμακα είναι παράλληλη προς τον τοίχο, ενώ στο ανατολικό κάθετη. Προφανώς η κατασκευή αυτών των κτηρίων σχετίζεται με δρώμενα που παρακολουθούσαν οι πιστοί κατά τη λατρεία του Άμμωνος Διός.
Η χρονολόγηση του αρχικού ναού στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. συμπεραίνεται από τις ομοιότητες που έχει η κεράμωση του ναού με αντίστοιχες κεράμωσεις κτηρίων της Ν. Ελλάδας (Ν. Στοά Κορίνθου, Κεραμεικός, ιερό Δελφών). Οι ομοιότητες συνίστανται τόσο στη μορφή όσο και στα διακοσμητικά θέματα δίνοντας σε κάποιον τη δυνατότητα να τις χρονολογήσει στο γ΄ τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ.. Παίρνοντας υπόψιν τη χρονολόγηση της Ν. Στοάς της Κορίνθου γύρω στο 320 π.Χ. μπορεί να προσδιοριστεί και η κεράμωση του ιερού του Άμμωνος στην Άφυτι στη δεκαετία 320-310 π.Χ.. Τέλος, η μορφή του εχίνου καθώς και ο λόγος της πλευράς του άβακα προς την κάτω διάμετρο, είναι ανάλογος με αυτόν του κίονα του ναού της Αθηνάς Αλέας στην Τεγέα. Η αντικατάσταση του πώρινου θριγκού με μαρμάρινο, στο τέλος του 3ου ή στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., προϋποθέτει την καταστροφή του πρώτου ίσως στα χρόνια της γαλατικής επιδρομής στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.. Ωστόσο, η χρονολόγηση του αρχικού ναού στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση της πόλης βρισκόταν σε σχετική άνθηση την περίοδο όπου καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β΄ η Όλυνθος.
Για την κατασκευή του ναού ίσως συνέβαλαν και οι Μακεδόνες βασιλείς, Φίλιππος Β΄ ή Αλέξανδρος Γ΄, ενώ η ανακατασκευή του στα χρόνια του Φιλίππου Ε΄ συμπίπτει με την εποχή που η Άφυτις ξανακόβει νόμισμα. Ο βωμός, που συνδέεται με την αρχική φάση του ναού, στα χρόνια της ρωμαιοκρατίας καλύπτεται με άμμο και στο μέσο του κατασκευάζεται μικρός βωμίσκος. Εκατέρωθεν δημιουργούνται τα δυο κτήρια με τις κερκίδες. Στην κερκίδα του ανατολικού κτηρίου βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή Έρωτα που χρονολογείται στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ., ενώ τα νομίσματα που βρέθηκαν, χρονολογούνται από τον 1ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και τα χρόνια των διαδόχων του Μ. Κωνσταντίνου. Το ιερό μάλλον καταστρέφεται στα χρόνια του Θεοδοσίου, όπως φανερώνουν τα τεμαχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη και τα γλυπτά που βρέθηκαν στο χώρο. Ο χώρος ταυτίστηκε με το ιερό του Άμμωνος Διός, σύμφωνα με επιγραφή από μια μαρμάρινη λεκάνη που βρέθηκε κοντά στη γωνία του ναού και αναφέρεται σε λατρεία του Διός, από επιγραφή σε όστρακο που διασώζει τη λέξη δώρον και το όνομα του θεού Άμμωνος.
Επίσης, έξω από τη δυτική πλευρά του ναού, βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή αετού του 4ου αιώνα π.Χ. Εκτός από τα παραπάνω, η λατρεία του θεού αποτυπώνεται και στα νομίσματα της Αφύτου. Ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π. Χ. η Άφυτις κόβει νόμισμα με κεφαλή Άρη στον εμπροσθότυπο και στον οπισθότυπο αετό που πετάει μέσα σε έγκοιλο τετράγωνο. Στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα π. Χ. ξεκινούν τα νομίσματα με εμπροσθότυπο την κεφαλή του Άμμωνος Διός και οπισθότυπο έναν κάνθαρο με την επιγραφή ΑΦΥΤΑΙΩΝ. Σε έναν δεύτερο νομισματικό τύπο της ίδιας περιόδου, εμφανίζεται στον εμπροσθότυπο πάλι ο Άμμων Ζευς, στον οπισθότυπο όμως δυο αντωπά πτηνά, με αστράγαλο ανάμεσά τους και την επιγραφή ΑΦΥ.
Ο οπισθότυπος αυτός με τα δυο αντωπά πτηνά, ίσως αετούς, παραλλάσσεται σε ένα άλλο νόμισμα, με κλαδιά όμως ανάμεσά τους και την επιγραφή ΑΦΥ. Μια τρίτη παραλλαγή αυτού του οπισθοτύπου, παριστάνει έναν αετό με την επιγραφή ΑΦΥ. Μετά το 187 π. Χ. η Άφυτος ξανακόβει νομίσματα με το γνωστό τύπο του Άμμωνος Διός στον εμπροσθότυπο και του αετού στον οπισθότυπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Αφύτου υπάρχει μια πλήρης ενσωμάτωση της λατρείας στη νομισματοκοπία, καθώς η απεικόνιση του Άμμωνος στα νομίσματα συμπίπτει με την εισαγωγή της λατρείας του στην περιοχή, τη στιγμή που σε παλιότερες κοπές της πόλης των μέσων του 5ου αιώνα π. Χ., εμφανίζεται στον εμπροσθότυπο κεφαλή Άρη με κράνος και στον οπισθότυπο τέσσερα τσαμπιά σταφύλια σε έγκοιλο τετράγωνο, με την η επιγραφή ΑΦΥΤΑΙΟΝ.

Ευρήματα Ανασκαφών

Νομίσματα Αφύτου με κεφαλή Άμμωνα Δία

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Φώτιος Μ. Πέτσας
- Αρχαιολόγος (1918-2004)
Ευαγγελία Λεβεντοπούλου-Γιούρη - Αρχαιολόγος
Ελισάβετ Μπεττίνα Τσιγαρίδα δρ. Αρχαιολογίας ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων.
Ιωακείμ Παπάγγελλος - Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Μπέλλας Ιωάννης - Ιερά και λατρείες του Διός στη Μακεδονία (Μεταπτυχιακή εργασία)
Μίνα Καϊάφα-Σαροπούλου - Αρχαιολόγος

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου

Η 3D ψηφιακή αναπαράσταση του ναού του Άμμωνος Διός

Ανάλυση της ψηφιακής αποκατάστασης του ναού

greek

Πρώτα συγκεντρώθηκαν όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες του αρχαίου ιερού και έγινε η επικοινωνία με τον τοπικό αρχαιολόγο για περισσότερες λεπτομέρειες. Έγινε φωτογράφηση του περιβάλλοντος, των ερειπίων, των ευρημάτων και των υλικών που σχετίζονται με το κτίριο και το περιβάλλον, ώστε να δημιουργηθεί ένα γραφικό που να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στην πραγματικότητα.
Στο slideshow βλέπουμε την ροή εργασίας και την τοποθέτηση του μοντέλου στο σύγχρονο περιβάλλον.


Culture Lab
Lea Aimee von Freital
Web & Γραφιστική
Κινητό: +306971751380
e-mail: contact@culture-lab.gr

Workflow of 3D digital reconstruction Ammon Zeus' temple

english

Gathered all available information of the ancient sanctuary and contacted local archaeologist for further details. I photographed the environment, the ruins, finds and the handcrafted details including a series of close-ups from the materials, related with the building and the environment to be able to create a graphic which gets as close as possible to the reality.

Culture Lab
Lea Aimee von Freital
Web & Graphic Design
Cell: +306971751380
e-mail: contact@culture-lab.gr

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΥΡΗΜΑ-ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ-ΜΟΝΤΕΛΟ
(REFERENCE-MESH-MODEL)

Φωτογραφίες-Σχέδια (Photo-Graphics Gallery)


Αρχαιολογικοί Χώροι Κασσάνδρας (Ανασκαφές)
Kassandra's Archaeological Sites (Excavations)

Γενικές Πληροφορίες


   Η χερσόνησος της Παλλήνης(Κασσάνδρας) με το φυσικό της πλούτο και τη νευραλγική της θέση από πολύ νωρίς κέντρισε το ενδιαφέρον των κατοίκων της νοτίου Ελλάδος. Αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθούν οκτώ αποικίες σε κοντινή απόσταση η μία με την άλλη, ενώ στην περίπτωση της Μένδης και της Σκιώνης υπήρχε και οπτική επαφή. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές ως παλαιότερη εμφανίζεται η Σκιώνη, αφού η ίδρυσή της ανάγεται στα χρόνια μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου. Οι ανασκαφικές έρευνες έδειξαν ότι η και η Μένδη (12ος αιώνα π.Χ.) είναι μια από τις πρώτες αποικίες που ιδρύονται στη χερσόνησο της Παλλήνης. Εξάλλου δεν πρέπει να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Μένδη και η Σκιώνη, των οποίων η ίδρυση φαίνεται να προηγείται των υπολοίπων, γειτνιάζουν κιόλας. Στον 8ο αιώνα π.Χ. τοποθετείται η ίδρυση της Άφυτις και της Σάνης, όπως προκύπτει από τα ανασκαφικά δεδομένα, ενώ από τους αρχαίους συγγραφείς μαρτυρείται η ίδρυση της Ποτίδαιας τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι πρώτες αναφορές για τη Θέραμβο βρίσκονται στις πηγές του 6ου αιώνα π.Χ. και για τη Νεάπολη και την Αιγή στις πηγές του 5ου αιώνα π.Χ.
Η επιλογή των θέσεων σαφώς και δεν θα ήταν τυχαία. Κύριο λόγο θα είχαν τα φυσικά χαρακτηριστικά του τόπου και τα πλεονεκτήματα που θα πρόσφερε η υποψήφια θέση. Έτσι παρατηρούμε ότι όλες οι πόλεις ιδρύονται σε θέσεις φυσικά οχυρές και δίπλα στη θάλασσα. Ειδικά για τη Μένδη, μια από τις παλαιότερες αποικίες της χερσονήσου, επιλέχτηκε ένα καίριο σημείο στο νότιο άκρο της Παλλήνης, απ’ όπου είναι δυνατός ο έλεγχος των εμπορικών δρόμων προς βορρά και προς ανατολάς. Παράλληλα, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου επιλέγονται θέσεις με προϋπάρχουσα κατοίκηση. Είναι πιθανό, μάλιστα, οι νέοι κάτοικοι να συνυπάρξανε με τους παλιότερους. Συγκεκριμένα στην Άφυτι (λόφος Κουτσόμυλος) και στη Σάνη (Πύργος) εντοπίστηκαν οικιστικά λείψανα της εποχής του Χαλκού και της πρώιμης εποχής του Σιδήρου, στο ύψωμα Αράπης, όπου τοποθετείται η αρχαία Θέραμβος, λείψανα της ύστερης εποχής του Χαλκού και της πρώιμης εποχής του Σιδήρου και στην τούμπα του Πολύχρονου, όπου αναζητείται μια από τις αρχαίες πόλεις Νεάπολις ή Αιγή, λείψανα της πρώιμης εποχής του Χαλκού.
Επίσης, διαπιστώνουμε ότι για τις περισσότερες αποικίες, αν και δηλώνεται από τις αρχαίες πηγές η επιβίωσή τους μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, κάτι τέτοιο δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί ανασκαφικά. Κυρίως οι γνώσεις μας περιορίζονται στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Εξαίρεση αποτελούν η πόλη της Ποτίδαιας, όπου η συνεχής κατοίκησή της από τα αρχαϊκά μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια είναι έκδηλη ανασκαφικά και η αρχαία πόλη που τοποθετείται στο Πολύχρονο, όπου εντοπίστηκαν ίχνη ρωμαϊκής εγκατάστασης. Λείψανα ρωμαϊκών χρόνων ανασκάφθηκαν και στο ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι, ενώ στο ιερό του Άμμωνα Δία στην Καλλιθέα παρατηρήθηκε έντονη οικοδομική δραστηριότητα τον 1o- 3o αιώνα μ.Χ. Για τις υπόλοιπες αποικίες απουσιάζουν τα ανασκαφικά δεδομένα.
Παρ’ όλη την αποσπασματική εικόνα είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε ότι οι πόλεις που ιδρύθηκαν στη χερσόνησο της Παλλήνης μπορεί να μην εξελίχθηκαν σε μεγάλα κέντρα, γνώρισαν, όμως, μια περίοδο ακμής και οικονομικής άνθισης. Η οικονομία τους στηριζόταν στο εμπόριο και στην εξαγωγή πλουτοπαραγωγικών υλών, οίνου και ξυλείας. Ως οικονομικά πιο ισχυρές εμφανίζονται πρώτα η Ποτίδαια, μετά η Μένδη και η Σκιώνη, κατόπιν η Άφυτις, ακολουθούν η Σάνη, η Νεάπολη και η Αιγή και τέλος η Θέραμβος. Η εικόνα αυτή προκύπτει με βάση το Συμμαχικό φόρο που κατέβαλλε η κάθε πόλη, αλλά και από το γεγονός αν είχε τη δυνατότητα να κόβει δικό της νόμισμα. Όσον αφορά στα ποσά του φόρου αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ποτίδαια πλήρωνε 6/15 τάλαντα, η Μένδη 8/15, η Σκιώνη 6/15, η Αφυτις, η Νεάπολις και η Αιγή μισό και η Θέραμβος μόλις 1.000 δραχμές. Από αυτές δικό τους νόμισμα κυκλοφορούσαν η Ποτίδαια, η Μένδη, η Σκιώνη, η Αφυτις και ίσως η Νεάπολις. Ειδικά το οικονομικό σθένος της Μένδης διαφαίνεται και από το γεγονός ότι το νόμισμά της, ο «μενδαίος όνος», εντοπίστηκε σε διάφορα σημεία της μεσογειακής λεκάνης, αλλά και από το ότι ήταν η μόνη από τις πόλεις της Παλλήνης που ίδρυσε δικές της αποικίες: τη Νεάπολη στην ανατολική ακτή της χερσονήσου και την Ηιώνα στις εκβολές του Στρυμόνα.
Αναφορικά με τους δεσμούς, που διατηρούσαν οι αποικίες με τις μητροπόλεις τους, τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι περιορισμένα. Ειδικά οι σχέσεις της Ποτίδαιας με τη μητρόπολή της Κόρινθο έχουν πολύ χαρακτηριστικά αποτυπωθεί στο θεσμό των επιδημιουργών, που έστελνε κάθε έτος η μητρόπολη. Για τη γειτονική της Άφυτις, αποικία της Ερέτριας, δηλωτική των επαφών της με το νησί της Εύβοιας είναι επιγραφή ωνής από την Άφυτι σε ιωνική διάλεκτο με ευβοϊκές επιρροές και με ονόματα που απαντώνται και στην Εύβοια . Εξάλλου η επιλογή των αποίκων να λατρέψουν τον Διόνυσο σε σπήλαιο στην κατάφυτη περιοχή της Καλλιθέας θα πρέπει να σχετίζεται με το γεγονός ότι και στη βόρεια Εύβοια μαρτυρείται λατρεία του θεού σε σπήλαιο. Ίσως να πρόκειται για ένα λατρευτικό έθιμο που υιοθετείται και μεταφέρεται από τους αποίκους στο νέο τόπο κατοικίας τους. Ανάλογοι δεσμοί και δάνεια παρατηρούνται και στην περίπτωση της Μένδης. Το όνομά της σχετίζεται με το αρωματικό φυτό «μίνθη», αλλά και με τον αρχαίο δήμο «Μινθούντα» της μητρόπολης της Ερέτριας. Η παρουσία των κυκλικών λιθόστρωτων (8ος αιώνα π.Χ.) σε οικίες στο Προάστειο και του πρωτογεωμετρικού αψιδωτού λατρευτικού κτιρίου στο ιερό του Ποσειδώνα δηλώνει τους ιδιαίτερους δεσμούς με την μητρόπολή της, αφού ανάλογα οικοδομικά λείψανα εντοπίστηκαν και στο Λευκαντί.
Το κύριο, όμως. υλικό στο οποίο έχουν αποτυπωθεί οι σχέσεις των αποικιών τόσο με τις μητροπόλεις τους όσο και με άλλες πόλεις ή περιοχές είναι η κεραμική. Καθώς στην ίδρυση των αποικιών της Παλλήνης πρωτοστάτησαν σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές οι Ερετριείς θα αναμέναμε η συγκεκριμένη μαρτυρία να επιβεβαιώνεται ανασκαφικά με τα ευρήματα της κεραμικής από τις εξεταζόμενες πόλεις. Πράγματι στην Αφυτι, στο ιερό του Διονύσου και των Νυμφών, εντοπίστηκε ευβοϊκή κεραμική του 8ου αιώνα π.Χ. (τμήματα σκύφων με κρεμάμενα ομόκεντρα ημικύκλια), ενώ ανάλογη είναι και η εικόνα από τη Σάνη, όπου βρέθηκαν όστρακα ερετριακά υπογεωμετρικής περιόδου και όστρακα με ευβοϊκές επιρροές στη διακόσμηση. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μένδης. Από τη θέση Βίγλα προέρχεται υστερομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμική ανάλογη με σύγχρονα παραδείγματα από το Λευκαντί, ενώ στο Προάστειο ανασκάφθηκε κεραμική πρωτογεωμετρική και γεωμετρική με ευβοϊκές επιρροές (ντόπια αγγεία με ομόκεντρους κύκλους, σκύφοι με κρεμάμενα ημικύκλια). Την ίδια εικόνα συναντάμε και στο γειτονικό ιερό του Ποσειδώνα, στο Ποσείδι (υστερομυκηναϊκή, πρωτογεωμετρική και γεωμετρική κεραμική με ευβοϊκές επιρροές και αντίστοιχη με την κεραμική του Λευκαντίου).
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ευβοϊκές επιρροές κατακλύζουν την χερσόνησο της Παλλήνης κατά την υστερομυκηναϊκή με γεωμετρική περίοδο. Μάλιστα η περίπτωση της Παλλήνης εντάσσεται σε ένα γενικότερο φαινόμενο, που διαπιστώνεται στον ευρύτερο χώρο του βόρειου Αιγαίου και της Μακεδονίας την ίδια περίοδο. Έντονη ευβοϊκή παρουσία εντοπίζεται και σε άλλες θέσεις τόσο της Χαλκιδικής (Τορώνη, Κούκος Συκιάς, Παρθενώνας) όσο και γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο (Νέα Αγχίαλος, Τούμπα Θεσσαλονίκης, Καραμπουρνάκι). Σαφώς και η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει τις εμπορικές δραστηριότητες που ανέπτυξαν οι Ευβοείς κατά την υστερομυκηναϊκή με γεωμετρική περίοδο στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου αναζητώντας πηγές πρώτων υλών (χρυσός, χαλκός, σίδηρος), θα μπορούσε, όμως, να είναι και μια απόδειξη του πρώιμου αποικισμού της περιοχής από τους Ευβοείς θαλασσοπόρους.
Οι σχέσεις των αποικιών της Παλλήνης με την Εύβοια φαίνεται να εξασθενούν στο τέλος της γεωμετρικής περιόδου, ενώ αντιθέτως αναπτύσσονται επαφές με την Ιωνία, την Αιολίδα, τις Κυκλάδες, την Κόρινθο και την Αττική. Τον 8ο με 6ο αιώνα π.Χ. κυριαρχούν οι επιρροές από την Ιωνία, τις Κυκλάδες και την Αιολίδα, όπως πολύ χαρακτηριστικά παρατηρείται στην κεραμική από το ιερό της Σάνης, στα ταφικά αγγεία από τη Μένδη και το Πολύχρονο, στην κεραμική από το ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι , στην κεραμική και σε έργα πλαστικής από την Ποτίδαια. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. η ίδρυση της κορινθιακής Ποτίδαιας σηματοδοτεί την έναρξη επαφών με την Κόρινθο, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την εύρεση κορινθιακής κεραμικής του 6ου αιώνα π.Χ. στην Ποτίδαια, στις γειτονικές Άφυτις και Σάνη, στο Πολύχρονο, στη Σκιώνη και στη Μένδη. Από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και κυρίως τον 5ο αιώνα π.Χ. δεσπόζει η Αθήνα με την αττική κεραμική να κυριαρχεί στις αποικίες (Ποτίδαια, Άφυτις, Σάνη, Πολύχρονο, Σκιώνη, Μένδη) και με αττικές επιρροές να εντοπίζονται και σε έργα πλαστικής (Ποτίδαια). Σαφώς ρόλο στην έντονη αττική παρουσία του 5ου αιώνα π.Χ. θα έπαιξε η ίδρυση της Αθηναϊκής Συμμαχίας και η συμμετοχή τον αποικιών της Χαλκιδικής σε αυτήν.
Όσον αφορά στην τοπογραφία τους και στην οργάνωσή τους διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες αποικίες ιδρύονται σε θέση φυσικά οχυρή (Άφυτις, Σκιώνη - θέση «Μύτικας», Μένδη - θέση «Βίγλα», Πολύχρονο - λόφος Γηρομοίρι). Συνήθως στο ύψωμα τοποθετείται η ακρόπολη και γύρω στις πλαγιές αναπτύσσεται η πόλη με το νεκροταφείο. Έτσι οι οικίες κατασκευάζονται σε επίπεδα και προσαρμόζονται στη μορφολογία του εδάφους (Άφυτις), ανεγείρονται πάνω σε άνδηρα (Πολύχρονο) και χτίζονται αμφιθεατρικά στις πλαγιές (Μένδη). Πολλές φορές αξιοποιούν και τον φυσικό βράχο ενσωματώνοντας τον στην κατασκευή τους (Άφυτις, Μένδη). Κατά την κλασική εποχή συντελείται μια αλλαγή στην οργάνωση των πόλεων. Εφαρμόζονται οι νέες αρχές του ιπποδάμειου συστήματος με φαρδιές οδούς που τέμνονται κάθετα μεταξύ τους και με μεγάλες οικίες, που διαθέτουν ευρύχωρα δωμάτια. Η εικόνα αυτή έχει αποτυπωθεί πολύ χαρακτηριστικά στην πόλη της Μένδης, ενώ διαφαίνεται στη Σκιώνη και στην Άφυτι . Κατά την ελληνιστική εποχή τυπικό παράδειγμα της νέας πολεοδομικής οργάνωσης αποτελεί η Κασσάνδρεια. Τις γνώσεις μας για τις αποικίες της Παλλήνης έρχεται να συμπληρώσει η ανασκαφή των νεκροταφείων τους. Συγκεκριμένα ερευνήθηκαν τμήματα των νεκροταφείων της Άφυτις, του Πολύχρονου, της Σκιώνης και της Μένδης. Και τα τέσσερα χρονολογούνται στα αρχαϊκά με κλασικά χρόνια.
Στη Μένδη και τη Σκιώνη τα τμήματα που ανασκάφθηκαν περιελάμβαναν μόνο παιδικές ταφές. Παιδικές ταφές κυριαρχούν και στο Πολύχρονο, ενώ εμφανίζονται και λίγες ταφές ενηλίκων. Όσον αφορά στην οργάνωσή τους παρατηρούμε ότι οι ταφές τοποθετούνται σε συστάδες στην Άφυτι και το Πολύχρονο, ενώ στη Σκιώνη σε παράλληλες σειρές. Μάλιστα στη Σκιώνη λόγω της κλίσης του εδάφους κατασκευάστηκαν άνδηρα πάνω στα οποία ανοίχτηκαν οι τάφοι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Μένδης, όπου οι ταφές προσανατολίζονται παράλληλα με τη θάλασσα, όπως στην Άκανθο και στην Αγία Παρασκευή. Σε όλα τα νεκροταφεία εμφανίζονται τάφοι λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι, ενώ στις τρεις περιπτώσεις (Πολύχρονο, Σκιώνη, Μένδη) και εγχυτρισμοί. Όμως, κάθε αποικία παρουσιάζει και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στην Άφυτι συναντάμε και ταφές σε σαρκοφάγους, ενώ ξεχωριστό γνώρισμά της είναι η επιτόπια καύση του νεκρού και ο ενταφιασμός του σε λάκκο. Στο νεκροταφείο της Σκιώνης οι κιβωτιόσχημοι τάφοι αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, καθώς πρόκειται για λάκκους που επενδύονται με πήλινες πλάκες.
Ξεχωριστής αναφοράς χρήζουν οι εγχυτρισμοί. Τα ταφικά αγγεία στερεώνονται με αργούς λίθους και τα στόμιά τους κλείνουν με λίθο, όστρακο, πήλινο πώμα ή πηλό. Στην περίπτωση του Πολύχρονου λιθοσωρός κάλυπτε το στόμιο των αγγείων. Τα ταφικά αγγεία από τη Μένδη παρουσιάζουν στο σχήμα και στη διακόσμηση έντονες επιρροές από τις Κυκλάδες, την Ερέτρια, την Αιολίδα και την Κόρινθο, ενώ στα αντίστοιχα του Πολύχρονου εμφανής είναι η επίδραση της βορειοδυτικής Μ. Ασίας. Οι τάφοι που ερευνήθηκαν ήταν πλούσια κτερισμένοι με εξαίρεση τη Μένδη. Μάλιστα στο Πολύχρονο και στη Σκιώνη κτερίσματα εντοπίστηκαν και έξω από τις ταφές. Πρόκειται, πιθανώς, για ένα ταφικό τελετουργικό κατά το οποίο οι συγγενείς μετά τον ενταφιασμό του νεκρού συνήθιζαν να πετούν στον τάφο αγγεία και ειδώλια. Τέλος, στο νεκροταφείο του Πολύχρονου εμφανίζεται και ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Μεταξύ των τάφων εντοπίστηκαν μεγάλες πυρές και σωροί αγγείων, που σχετίζονταν με την προσφορά εναγισμών στους νεκρούς.
Η τοπογραφική προσέγγιση των αποικιών στη χερσόνησο της Παλλήνης ολοκληρώνεται με τον εντοπισμό των ιερών, που φαίνεται ότι υπάγονταν στην επικράτεια τους. Όσον αφορά στην Ποτίδαια από τις αρχαίες πηγές πληροφορούμαστε την ύπαρξη ναού του Ποσειδώνα, η θέση του οποίου δεν έχει ακόμα εντοπιστεί με βεβαιότητα. Επίσης, οι ανασκαφές έφεραν στο φως έξω από το νότιο τείχος της Ποτίδαιας πιθανώς ένα ιερό της Δήμητρας, το οποίο δεν αναφέρεται στις αρχαίες πηγές και του οποίου η ταύτιση δεν είναι ακόμα ασφαλής. Στην επικράτεια της Άφυτις υπάγονταν τα φημισμένα ήδη από την αρχαιότητα ιερά του Διονύσου και του Άμμωνα Δία, που εντοπίστηκαν ανασκαφικά στην περιοχή της Καλλιθέας, ενώ φαίνεται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε λατρεία των Νυμφών και των Θεσμοφόρων θεών. Στο Ποσείδι, δίπλα στη Μένδη, ανασκάφθηκε ιερό του Ποσειδώνα και στη Σάνη ιερό της Άρτεμης, για τα οποία, όμως, απουσιάζουν οι αρχαίες μαρτυρίες. Παράλληλα, από αναθηματική επιγραφή πληροφορούμαστε την ύπαρξη ιερού του Απόλλωνα Καναστραίου, το οποίο αναζητείται στην περιοχή της Θεράμβου και για το οποίο μόνο έμμεσες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε από τις αρχαίες πηγές.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι από τις αρχαίες πηγές στοιχεία παρέχονται μόνο για τα ιερά του Διονύσου (Ξενοφών, Ε, 3, 19) και του Άμμωνα Δία (Παυσανίας, ΙΠ, 18,3) στην Άφυτι και για το ναό του Ποσειδώνα στην Ποτίδαια (Ηρόδοτος, Η, 129), ενώ αφήνονται υπόνοιες για την ύπαρξη ιερού στο ακρωτήριο Καναστραίο (Σκύλαξ, Περίπλους 66). Για τα υπόλοιπα ιερά της χερσονήσου οι πηγές σιωπούν. Εντύπωση, μάλιστα, προκαλεί το γεγονός ότι το ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι, ενώ φαίνεται ότι ήταν από τα παλαιότερα ιερά της Παλλήνης -η λατρεία στο χώρο του ξεκινά από τα τέλη της μυκηναϊκής περιόδου και συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια-, δεν αναφέρεται από κανέναν αρχαίο συγγραφέα.
Ελπίζουμε οι νέες ανασκαφικές έρευνες να φωτίσουν καλύτερα την τοπογραφική οργάνωση των αποικιών της χερσονήσου της Παλλήνης και να δοθούν οι ζητούμενες απαντήσεις.

Χάρτες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου

Βυζαντινός Πύργος & Αγίασμα του Αγίου Παύλου στην Νέα Φώκαια
Άγιος Αθανάσιος τοιχογραφημένος ναός της Φούρκας
Ξενοφών Παιονίδης επιφανής αρχιτέκτωνας από την Φούρκα
Άγια Τριάδα τοιχογραφημένος ναός του Κασσανδρινού
Εκκλησία της Παναγίας τοιχογραφημένος ναός (1619) της Καλάνδρας
Ο Φάρος στο Ποσείδι
Ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι
Αρχαία Μένδη τοποθεσία-ανασκαφές-ευρήματα-νομίσματα
Αρχαία Σκιώνη τοποθεσία-ανασκαφές-ευρήματα-νομίσματα
Αρχαιολογικές ανασκαφές στο Πολύχρονο
Τα παλιά σπίτια της Κασσάνδρειας
Ο ανεμόμυλος & ο γεροπλάτανος της Κασσάνδρειας
Ιστορικά στοιχεία & αφηγήσεις για την Καλλιθέα
Ελιά - Πεύκο & Μέλι (Ιστορία - Μυθολογία)
Αρχαία τοπωνύμια της Κασσάνδρας
Η αρχαία Σάνη & το ιερό της Αρτέμιδος στην Σάνη
Αρχαία Ρωμαϊκή Αγροικία Μεγάλη Κύψα Σάνη
Ο Αρχαίος Οικισμός στο Γεράνι στην Σάνη
Παλαιοντολογικά ευρήματα στην Κρυοπηγή
Φυσικές γεωμορφές στο Καλαμάκι (Παλιούρι)
Αρχαία Θέραμβος & Ιερό του Απόλλωνα στο Παλιούρι
Υγρότοποι Νέας Φώκαιας (NATURA 2000)
Το Σπήλαιο στα Λουτρά της Αγίας Παρασκευής Χαλκιδικής

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση
και γενικά η αναπαραγωγή των κειμένων της ιστοσελίδας, με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά, χωρίς γραπτή άδεια του δημιουργού. Οι φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του Sunspot Web Design, βάσει του νόμου 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με το νόμο 100/1975). Σημειώνεται ότι η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Όλες οι δημοσιευμένες φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία των φωτογράφων και διέπονται από τους νόμους του Ελληνικού Κράτους περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται να αναπαράγετε τo site, εξ ολοκλήρου ή τμηματικά, χωρίς την έγγραφη άδεια των διαχειριστών. Εάν επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε μία ή περισσότερες από τις φωτογραφίες για παρουσίαση σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, υποχρεούστε να αναφέρετε στην ίδια σελίδα και σε ευκρινές σημείο το website : www.kassandra-halkidiki.gr ως πηγή των εικόνων.

www.kassandra-halkidiki.gr
ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΠΛΗΡΗΣ Τουριστικός & Πολιτιστικός Οδηγός
ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ & ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ
ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ & ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΙΝΗΣ
63077 Πεζόδρομος Κασσάνδρειας Χαλκιδικής
ΤΗΛ. : +302374023330 & +306946676500
e-mail :
© SUNSPOT WEB DESIGN 2008-2019 ®