www.kassandra-halkidiki.gr
ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
(PENINSULA KASSANDRA CHALKIDIKI)

ΠΛΗΡΗΣ Τουριστικός & Πολιτιστικός Οδηγός
(COMPLETE Tourist and Cultural Guide)

Βυζαντινά Μνημεία Κασσάνδρας
(Kassandra's Byzantine Monuments)

Γενικές Πληροφορίες


   Κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ., σε όλη την Χερσόνησο οι εκκλησίες, προφανώς όλες βασιλικές, θα πρέπει να ήσαν τα κυριαρχούντα δημόσια οικοδομήματα, τόσο ως προς τον αριθμό και το μέγεθος τους, όσο και την πολυτέλεια. Με τις σποραδικές ως τώρα ανασκαφές και τις επιφανειακές έρευνες έχουν εντοπισθεί δεκαεπτά παλαιοχριστιανικές βασιλικές, αριθμός που φαίνεται να απέχει από την τελική εικόνα. Η πυκνότητα των ναών και οι αντίστοιχοι (και πολύ περισσότεροι) οικισμοί της περιόδου αυτής δείχνουν ότι η Παλλήνη (Κασσάνδρα) διήλθε περίοδο οικονομικής ευρωστίας από τον 4ον ως και τις αρχές του 6ου αιώνος. Οι βαρβαρικές επιδρομές, και κυρίως η επιδρομή των Ούννων και των συνοδών τους το 540, ανέτρεψαν απολύτως την εικόνα της ανθούσης Χερσονήσου.
Ο ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού Προκόπιος, αναφερόμενος στην ουννική καταδρομή που εξουθένωσε την Βαλκανική, κάνει ειδική αναφορά στην καταστροφή της Κασσάνδρειας. Οι λιγοστές ανασκαφικές έρευνες παλαιοχριστιανικών μνημείων της Παλλήνης μάς πληροφορούν για την τελική καταστροφή τους κατά τα μέσα του 6ου αιώνος και την διακοπή χρήσεως μεγάλου ποσοστού των οικογενειακών τάφων της εποχής. Με την μεγάλη ουννική επιδρομή πολλά χωριά πρέπει να ερημώθηκαν, αλλά από κάποιες πληροφορίες και ενδείξεις προκύπτει ότι στην Χερσόνησο παρέμειναν αξιόλογες πληθυσμιακές μονάδες. Ο Προκόπιος μας πληροφορεί ότι ο Ιουστινιανός επανίδρυσε την Κασσάνδρεια και επισκεύασε τα τείχη της.
Το παλαιότερο γνωστό μοναστήρι που υπήρχε στην Κασσάνδρα ιδρύθηκε πολύ προ του 975, ήταν αφιερωμένο στην Θεοτόκο, ονομαζόταν "του Αμπακούμ" και δεν είναι γνωστή η θέση του. Είχε πολλά μετόχια στην Χαλκιδική, από τα οποία στην Κασσάνδρα βρισκόταν η Αγία Παρασκευή (ίσως ταυτίζεται με το σημερινό ομώνυμο χωριό) και κάποια χωράφια στην περιοχή του κάστρου της Κασσάνδρειας, όπου υπήρχε και ναός των Αγίων Πάντων. Πριν από το 975 υπήρχαν και μετόχια άλλων μονών στην Κασσάνδρα, από τα οποία αξιομνημόνευτα είναι "του Σίβρη", το Γεράνι (με τον ναό του Αγίου Ανδρέα), οι Αλυκές κ.ά.
Από τα σημερινά χωριά της Κασσάνδρας μόνον η Άθυτος αναφέρεται ότι υπήρχε ήδη περί το 1325. Για την Καλάνδρα έχουμε μόνον την αναφορά του ονόματος από το οποίο προέρχεται το όνομα του χωριού: "του Καλανδρέου". Στις αρχές του 15ου αιώνα υπήρχε ήδη και το χωριό "Πόρτες", στην θέση της Κασσάνδρειας, το οποίο καταστράφηκε το 1821.
Η Βάλτα, η οποία χωρίς ιστορική σκέψη μετονομάστηκε σε Κασσάνδρεια, αν και δεν μνημονεύεται στα μεσαιωνικά κείμενα, είναι ένα από τα παλιά χωριά της Κασσάνδρας. Η θέση της (κυρίως περί τον Προφήτη Ηλία) κατοικείτο ήδη κατά τον 13ον αιώνα, όπως προέκυψε από σύντομη ανασκαφική έρευνα της αρχαιολόγου κ. Λήδας Τόσκα.

Από τα βυζαντινά μνημεία της Κασσάνδρας σώζονται εμφανή μόνον τα εξής :

01. Παναγία Φανερωμένη ξωκλήσι 16ου αιώνα στην Νέα Σκιώνη(Τοιχογραφημένο)
02.
Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου Καλάνδρας(Παναγία Πλασταριώτισσα)(Τοιχογραφημένος)(1619)
03.
Ναός Αγίου Αθανασίου στην Φούρκα Χαλκιδικής(Τοιχογραφημένος)(γύρω στο 1600)
04.
Ναός Παναγίας Μαυρούτσας(Ζωοδόχου Πηγής)(Τοιχογραφημένος)(γύρω στο 1600)(1958 Ανακαίνιση)
05.
Ναός της Αγίας Τριάδας Κασσανδρινού(Τοιχογραφημένος)(πριν το 1800)
06.
Παλαιοχριστιανική Βασιλική στη θέση Σωλήνας Καλλιθέας(Αρχές 5ου αιώνα)
07.
Βυζαντινός Πύργος του Αγίου Παύλου στην Νέα Φώκαια(1407)
08.
Αγίασμα Αγίου Παύλου στην Νέα Φώκαια
09.
Βυζαντινός Πύργος Αγίου Γεωργίου(Σταυρονικήτα) στην Σάνη(1450)
10.
Ναός Αγίου Δημητρίου Αθύτου(Eικόνες του ζωγράφου Δανιήλ)
11.
Ναός Γέννησης Θεοτόκου Κασσάνδρειας(1850)(Μαρμάρινο υπέρθυρο)
12.
Μετοχικός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα στην Καλλιθέα(Τοιχογραφημένος)(1865)
13.
Παλαιοχριστιανική Βασιλική στη θέση Μεγάλη Κύψα
14.
Παλαιοχριστιανική Βασιλική στη θέση Σκάλα Φούρκας

Στα μνημεία αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το όνομα της χερσονήσου, Κασσάνδρα, το οποίο καθιερώθηκε από τον 10ο αιώνα μ.Χ.
Η μεγάλη καταστροφή της Χαλκιδικής, ως συνέπεια της συμμετοχής της στην Επανάσταση τον 1821. είχε επιπτώσεις και στον μνημειακό πλούτο της Χερσονήσου. Ενδεικτική είναι και ή ουσιαστική απουσία τοιχογραφημένων ναών, αν και γνωρίζουμε ότι πριν από την Επανάσταση υπήρχαν πάρα πολλοί. Σήμερα διατηρούνται παλαιές τοιχογραφίες μόνον σε επτά ναούς της Χαλκιδικής: στην Παναγούδα της Καλάνδρας (1619), στην Παναγία Φανερωμένη της Νέας Σκιώνης, στην Άγια Τριάδα του Κασσανδρινού, στην Κοίμηση της Θεοτόκου της Νικήτης, στον μετοχιακό ναό της Αγίας Τριάδος παρά την μονή τής Αγίας Αναστασίας (αποτοιχισμένες), στην Παναγία "Μαυρούτσα" της Φούρκας και στον Άγιο Αθανάσιο του ίδιου χωριού.
Ο προορισμός του πύργου δεν θα πρέπει να διέφερε από τον αντίστοιχο που είχαν παρόμοιοι πύργοι της υστεροβυζαντινής περιόδου (14ος-15ος αι.). Οι περισσότεροι από τους όψιμους αυτούς πύργους εμφανίζονται στην χερσόνησο της Χαλκιδικής και στο κάτω τμήμα της κοιλάδας του Στρυμόνα, όπου τα αγιορείτικα μοναστήρια (κυρίως η Μεγίστη Λαύρα και η Μονή Ιβήρων) διατηρούσαν πολλά μετόχια και τα περισσότερα κτήματά τους. Τον 14ο αιώνα υπήρχαν στη Χαλκιδική πάνω από εκατό πύργοι, οι οποίοι δέσποζαν σε επίκαιρες θέσεις, κυριαρχώντας στο τοπίο με το ύψος και τον όγκο τους. Στην πλειοψηφία τους αποτελούσαν ιδιοκτησίες των μονών του Αγίου Όρους. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι βρίσκονται στη Χαλκιδική, δηλαδή σε περιοχή άμεσης γειτνίασης με το Άγιον Όρος.
Χρησίμευαν για την άμυνα μεγάλων μοναστηριακών ή ιδιωτικών κτημάτων, το μέγεθος τους δε επέτρεπε την αντίσταση σε μικρές μόνο δυνάμεις, κυρίως ληστές και πειρατές. Δίπλα τους ήταν συνήθως κτισμένα βοηθητικά κτίρια οχυρής ή και απλής κατασκευής (εργαστήρια) ή και καλύβες. Εκεί διέμεναν άνθρωποι των μοναστηριών και οι «οικονόμοι» ή «μετοχιάριοι», υπεύθυνοι για τη συγκέντρωση των αγαθών της αγροτικής παραγωγής από τα γύρω αγιορείτικα κτήματα και την εν συνεχεία μεταφορά και διάθεσή της στις πόλεις και τα γύρω χωριά. Στις μετοχιακές αυτές εγκαταστάσεις υπήρχαν ασφαλώς και ναοί, μικρών σχετικά διαστάσεων στους οποίους εκκλησιάζονταν οι καλλιεργητές.
Οι μετοχιακοί πύργοι της Χαλκιδικής είχαν συνήθως κάτοψη διαστάσεων 10χ10 μ., ενώ το μέσο ύψος τους έφτανε τα 18 μ. Ήταν κτισμένοι με αργολιθοδομή και άφθονο ισχυρό ασβεστοκονίαμα. Εξωτερικά ήταν λείοι ή ενισχύονταν με συμφυείς, έντονα προεξέχουσες αντηρίδες, τρεις ή τέσσερις σε κάθε πλευρά. Η είσοδός τους, συνήθως υπερυψωμένη κατά 4-5 μ., προστατευόταν με υπερκείμενη ζεματίστρα και η άνοδος γινόταν με ανασυρόμενη κλίμακα. Στο υπόγειο (ως προς τη στάθμη της εισόδου) υπήρχε διαμορφωμένη δεξαμενή για την περισυλλογή των ομβρίων υδάτων της στέγης. Στον τελευταίο όροφο υπήρχε ενίοτε και παρεκκλήσι, επάνω από το οποίο βρισκόταν το δώμα με τις επάλξεις. Τα δάπεδα ήταν κατά κανόνα ξύλινα και η ενδοεπικοινωνία γινόταν με μια ξύλινη σκάλα ή, σπανιότερα, με κοχλία κτισμένο στο πάχος του τοίχου (όπως στον πύργο των Μαριανών στην Όλυνθο).
Μεγάλος αριθμός πύργων κτίστηκε στη Χαλκιδική κατά τα τέλη του 13ου - αρχές του 14ου αιώνα, μετά από την επανένταξη της περιοχής στην Βυζαντινή αυτοκρατορία. Πολλοί πύργοι θα πρέπει να καταστράφηκαν στα μέσα του 14ου αιώνα, κατά τη σερβο-ελληνική διαμάχη στη Χαλκιδική, όπως και από τους Οθωμανούς μετά την επανάσταση του 1821. Στις μέρες μας έχουν εντοπιστεί πολλά κατάλοιπα πύργων της βυζαντινής περιόδου.
Η εκδοχή ότι οι βυζαντινοί πύργοι της Χαλκιδικής και του κάτω ρου του Στρυμόνα αποτελούσαν προδρόμους των σιλό, φαίνεται ότι απηχεί σημαντικά την αλήθεια, μετά και την γνωστή αναφορά σε έγγραφο της Μ. Ιβήρων του 1104 για ένα βυζαντινό πύργο στο «προάστειον» Βολβός της Χαλκιδικής χρηματίζων εις Ρωγούς. Εκτός από τους μοναστηριακούς πύργους υπήρχαν και πύργοι, μεγαλύτερων κατά κανόνα διαστάσεων, που ανήκαν σε πλούσιους γαιοκτήμονες της βυζαντινής άρχουσας τάξης.
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των πύργων άλλαζε πολλές φορές, ιδιαίτερα από την πλευρά των μεγαλοκτηματιών που δώριζαν τις περιουσίες τους στα αγιορείτικα μοναστήρια. Με βάση λοιπόν το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, μπορούμε να ταξινομήσουμε τους βυζαντινούς πύργους σε τρεις κατηγορίες:

1) στους μοναστηριακούς,
2) στους πύργους των μεγαλοκτηματιών και
3) στους πύργους των μεγαλοκτηματιών που κατέληγαν να γίνουν μοναστηριακοί.


Με την πάροδο του χρόνου οι πύργοι της Χαλκιδικής, αλλά ιδιαίτερα αυτοί των μονών του Αγίου Όρους άλλαξαν τύπο και μορφή, διατήρησαν όμως αναλλοίωτο το χαρακτήρα των οχυρωματικών έργων του εκ του συστάδην πολέμου, αν και κατά τον 16ο αιώνα η τεχνολογική εξέλιξη μετέβαλλε σε πολλές άλλες περιοχές τη μορφή των οχυρώσεων.
Ο πύργος της Σάνης αποτελεί χαρακτηριστικό έργο της βυζαντινής οχυρωματικής τέχνης του 13ου-14ου αιώνα, δεσπόζοντας επάνω στο χαμηλό παράκτιο έξαρμα της περιοχής. Το μικρό αυτό οχυρό προστάτευσε σε καιρούς πειρατικών επιδρομών αυτούς που κατέφευγαν στο εσωτερικό του, αναζητώντας εκεί μια πιο μακρόχρονη παραμονή, μέχρι το τέλος της πρόσκαιρης πολιορκίας.

Χάρτες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης
Πασχάλης Ανδρούδης
Λέκτορας Βυζαντινής Αρχαιολογίας
και Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Παναγία Φανερωμένη ξωκλήσι 16ου αιώνα στην Νέα Σκιώνη
(Τοιχογραφημένο)

Πληροφορίες


   Περί τα δύο χιλιόμετρα νοτίως της Νέας Σκιώνης, στην στενή λωρίδα ανάμεσα στον δημόσιο δρόμο και την θάλασσα, βρίσκεται ο μετοχιακός ναός της Παναγίας Φανερωμένης. Μέχρι το 1881, όταν περιήλθε στην άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Θεολογική Σχολή της Χάλκης), ανήκε στην Θεσσαλική Μονή του Φλαμουρίου. Σήμερα το Πατριαρχείο εκπροσωπείται στην διαχείριση του ναού από την Μονή Βλαττάδων, αλλά την μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την λειτουργικότητα του την έχουν ευσεβείς κάτοικοι της Σκιώνης. Πανηγυρίζει στα εννιάμερα της Παναγίας, δηλαδή την 23η Αυγούστου.
Πρόκειται για «δρομικό» ναό εξωτερικών διαστάσεων 14,5X6,5 μ., ο οποίος απολήγει στην ανατολική πλευρά σε μεγάλη ημικυκλική κόγχη και στην δυτική έχει έναν ευρύχωρο νάρθηκα. Η στέγασή του γινόταν με κεραμοσκεπή ξύλινη στέγη, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αντικαταστάθηκε (εντελώς αδόκιμα) από δίρριχτη πλάκα μπετόν, τοποθετημένη μισό μέτρο ψηλότερα. Η νέα στέγη στηρίχτηκε σε υποστυλώματα επίσης από μπετόν, τα οποία περιβάλλουν εξωτερικά τον ναό και είναι σε επαφή με την τοιχοποιία του. Η επέμβαση αυτή, πού είναι πολύ δύσκολο να διορθωθεί, είχε αποτέλεσμα όχι μόνον την αλλοίωση της μορφής του ναού αλλά και την πρόκληση σημαντικών φθορών στις τοιχογραφίες που διέσωσαν οι αιώνες στο εσωτερικό του.
Ο ναός είναι λιθόκτιστος και στην τοιχοδομία του διακρίνονταν (πριν από την επίχριση της) μεγάλοι γωνιόλιθοι προερχόμενοι από αρχαιότερα κτήρια. Η μεγάλη και ισχυρή κόγχη, πάχους 1,25 μ., οι παλαιότερες οικοδομικές φάσεις που εντοπίσθηκαν κάτω από το σημερινό δάπεδο του ναού με δοκιμαστικές τομές των Αρχαιολόγων, και οι τοιχοποιίες που αποκαλύπτει το κύμα, αραιά και που, στην ακτή δίπλα στον ναό, δηλώνουν ότι το σημερινό κτίσμα κατέλαβε την θέση κάποιου άγνωστου ερειπωμένου παλαιοχριστιανικού ναού.
Το εσωτερικό του ναού ήταν κατάγραφο με τοιχογραφίες, από τις οποίες σώζεται, ακόμη, ένα σημαντικό τμήμα. Αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης της αρχαιολόγου κ. Λήδας Τόσκα-Ζαχάρωφ, η οποία τις δημοσίευσε στο Παράρτημα του περιοδικού «Χρονικά της Χαλκιδικής», που περιέχει τα Πρακτικά του Α' Πανελληνίου Συμποσίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Χαλκιδικής (Θεσσαλονίκη 1987).
Ελάχιστοι είναι πλέον οι τοιχογραφημένοι ναοί της Χαλκιδικής. Η ασύλληπτη στην έκτασή της καταστροφή του 1821 μας στέρησε και από τα πάμπολλα εκκλησιαστικά μνημεία που ήσαν διεσπαρμένα στην προεπαναστατική Χερσόνησο.
Έχοντας υπόψη ότι στην Παναγία Φανερωμένη που μας απασχολεί διατηρείται το μεγαλύτερο ποσοστό τοιχογραφιών, σε σχέση με το αρχικό σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι η σημασία του μνημείου είναι μεγάλη για την μελέτη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Χαλκιδική κατά τούς προεπαναστατικούς χρόνους.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα τού ναού έχει ως εξής :

Στον ανατολικό τοίχο τού Ιερού εικονίζεται η Ανάληψη με το Άγιο Μανδήλιον, η Φιλοξενία του Αβραάμ (δηλαδή η συμβολική παράσταση της Αγίας Τριάδος) και ο Ευαγγελισμός. Μέσα στην κόγχη βρίσκεται η Πλατυτέρα με τον Χριστό ως παιδίον και τους δύο «σεβίζοντες» αρχαγγέλους. Στον νότιο τοίχο, σώζονται μόνον οι παραστάσεις της Γεννήσεως, της Υπαπαντής και της Βαπτίσεως. Στον βόρειο τοίχο, η κρίση των αρχιερέων και η απόνιψη του Πιλάτου, (κατεστραμμένος ο «Ελκόμενος»), η Σταύρωση, ο ’Ενταφιασμός, ο «Λίθος» και η «εις Άδου Κάθοδος» (=η Ανάσταση). Οι παραστάσεις αυτές καταλαμβάνουν την άνω ζώνη- η κάτω ζώνη, που πρέπει να περιελάμβανε όρθιες μετωπικές μορφές, έχει καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά και σώζονται μόνον δύο από τα κεφάλια των αγίων που εικονίζονταν εκεί. Στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού εικονίζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου και από τα υπόλοιπα θέματα διατηρείται μόνον ο «Εμπαιγμός» και το κεφάλι ενός από τους αγγέλους της κάτω ζώνης οι οποίοι «φύλαγαν» την είσοδο του ναού. Στον νάρθηκα, πάνω από την είσοδο που οδηγεί προς τον κυρίως ναό, μέσα σε αβαθή κόγχη, εικονίζεται ένθρονη Θεοτόκος με αρχαγγέλους. Το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου τοίχου το κατελάμβανε η Δευτέρα Παρουσία, από την οποία σώζονται πολύ λίγα τμήματα.
Οι τοιχογραφίες της Φανερωμένης φαίνεται να είναι έργο ενός «λαϊκότροπου» ζωγράφου του τέλους του 16ου αιώνος, ο οποίος ακολουθεί την «παραδοσιακή» ζωγραφική της εποχής του, χωρίς όμως να αρνείται και κάποια καλλιτεχνικά δάνεια από τους μεγάλους διδασκάλους της κρητικής σχολής και της σχολής της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η αποσπασματική διατήρηση όμως των τοιχογραφιών δεν μας επιτρέπει να μορφώσουμε βεβαία άποψη για τις δυνατότητες και τις εμπειρίες του άγνωστου αυτού ζωγράφου. Επί πλέον η έλλειψη μελετών για τα υπόλοιπα τοιχογραφημένα μνημεία της Χαλκιδικής (τα οποία, σημειωτέον, φαίνεται να είναι προϊόντα δραστηριότητος που δεν απέχει πολύ από τον χρόνο που τοιχογραφήθηκε η Φανερωμένη) δεν μας επιτρέπει να έχουμε συγκριτική εικόνα του θέματος, με τα αντίστοιχα ενδεικτικά συμπεράσματα. Η συγκριτική μελέτη των τοιχογραφιών δεν αποκλείεται να μας δείξει ότι ο ζωγράφος της Φανερωμένης τοιχογράφησε και άλλους ναούς της Χαλκιδικής.
Η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης που βρίσκεται στο εικονοστάσιο του ναού έχει καταστραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου. Ήταν ζωγραφισμένη με την τεχνική της νωπογραφίας («φρέσκο»), όπως και οι τοιχογραφίες του ναού, στο επίχρισμα που κάλυπτε την επιφάνεια μιας βάσης αρχαίου αγάλματος που στήθηκε όρθια, μπηγμένη στη γη. Με το πέρασμα των αιώνων και τις επεμβάσεις των πιστών, το επίχρισμα και η τοιχογραφία εξαφανίστηκαν, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι υποδοχές των ποδιών του αρχαίου χάλκινου συμπλέγματος που στηριζόταν στην βάση, όταν αυτή βρισκόταν στην θέση της. Η αποκάλυψη έγινε αρκετά νωρίς, ώστε να δημιουργηθεί η χαριτωμένη λαϊκή ερμηνεία για τις πατημασιές του τούρκου που προσπαθούσε να βυθίσει το επιπλέον στην θάλασσα μάρμαρο-εικόνα, πατώντας πάνω του.
Εκτός από το μάρμαρο που αναφέραμε, στο ναό υπάρχει εντοιχισμένο και ένα άλλο ενδιαφέρον αρχαίο λείψανο- πρόκειται για επιτύμβιο μνημείο του 2ου η του 3ου αιώνα μ. X., που είχε τοποθετηθεί στον τάφο ενός παιδιού, του Μάρκου Ιουλίου. Σύμφωνα με την, δυσανάγνωστη, επιγραφή που είναι χαραγμένη στο μάρμαρο, ο τάφος κατασκευάστηκε από κάποιον ιερέα(;) που ονομαζόταν Μάρκος Ιούλιος Φήλιξ, για να ταφεί σ’ αυτόν ο (εγγονός του;) Μάρκος Ιούλιος με την παραμάνα του. Στον ίδιο τάφο προγραμμάτιζε να ταφεί και ο παππούς. Η επιγραφή κλείνει με ένα εξάστιχο ποίημα με το οποίο ο παππούς θρηνεί τον χαμό τού νεαρού εγγονού του(;). Τα δύο μάρμαρα, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι προέρχονται από την γειτονική αρχαία Σκιώνη.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μας τον ναό της Φανερωμένης ως ένα σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι σ’ αυτόν περικλείεται και μ’ αυτόν εμφανίζεται Ιστορία του τόπου διαρκείας δύο χιλιάδων ετών.
Η παράδοση για το ξωκλήσι λέει ότι, το 16ο αι. ένας χωρικός της περιοχής είδε ένα φως στη θάλασσα να πλησιάζει στην ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για πειρατικό καράβι, επέστρεψε στο χωριό να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς του. Το πρωί, όταν το φως έφτασε στην ακτή, είδαν ότι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο, με την Παναγία ζωγραφισμένη πάνω του, που επέπλεε στη θάλασσα. Οι χωριανοί εντυπωσιάστηκαν από το θαύμα και ζήτησαν από τον Τούρκο μπέη της περιοχής να τους επιτρέψει να χτίσουν ένα εκκλησάκι για να στεγάσουν την εικόνα. Αυτός όμως αρνήθηκε, έριξε κάτω την εικόνα και άρχισε να την ποδοπατά. Η εικόνα έγινε ξαφνικά μαλακή σαν πηλός και παγίδεψε τα πόδια του μπέη, μη αφήνοντάς τον να ξεφύγει. Τότε ο μπέης μετάνιωσε, και ζητώντας συγνώμη επέτρεψε να χτιστεί το εκκλησάκι αυτό.
Το συγκεκριμένο εκκλησάκι υπάγεται στο Πατριαρχείο και στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας έξω από τη Θεσσαλονίκη. Τηλέφωνο Ιεράς Μονής: +302396022440.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Ι. Ναός Παναγίας Φανερωμένης
Θέση: Περίπου 2 χιλιόμετρα ΝΑ της Νέας Σκιώνης
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/52413/1207/15-10-1984, ΦΕΚ 891/Β/20-12-1984
Κείμενο: Xαρακτηρίζουμε τον I.N. Παναγίας Φανερωμένης, που βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα N.A. Του χωριού Nέα Σκιώνη Xαλκιδικής, ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, γιατί πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους ναούς της Xαλκιδικής που διατηρεί τοιχογραφίες του 17ου αιώνα.

Φωτογραφίες-Σχεδιαγράμματα

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Λήδα Τόσκα-Ζαχάρωφ
10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ:
Μιλτιάδης Πολυβίου - Αρχιτέκτων
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου Καλάνδρας(Παναγία Πλασταριώτισσα)
(Τοιχογραφημένος)(1619)

Πληροφορίες


   Η εκκλησία της Παναγίας της Πλασταριώτισσας βρίσκεται στον κάμπο της Καλάνδρας, μεταξύ τον παραπάνω χωριού και του χωριού Φούρκα, σε μία απόσταση 1,5 χλμ. από την Καλάνδρα. Γύρω της σε μικρή απόσταση υπάρχουν τα προσκυνητάρια του Αγίου Χριστόφορου, του Αγίου Νικολάου (παλιονικόλας), του Αγίου Μιχαήλ Σινάδ και η εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Νοτιοδυτικά η περιοχή ονομάζεται “Xιλαντάρ(ι)νή”. Βορειοδυτικά της βρίσκεται το “Κστό” (από τον Άγιο Χριστόφορο προφανώς}. Ανατολικά ονομάζεται Καρακατσούδια.
Η εκκλησία για τον μελετητή είναι ένας μικρός γρίφος. Ελάχιστα τα στοιχεία που υπάρχουν γι’ αυτή, μικρή η βιβλιογραφία. Εξ άλλου δεν υπάρχουν προσβάσεις σε χειρόγραφα του Αγίου Όρους πράγμα που θα ήταν χρήσιμο, εφ όσον σχεδόν όλη η Χαλκιδική ήταν ένα Αγιορείτικο Μετόχι.
Από τις κτητορικές επιγραφές έμεινε μία στην εκκλησία που δίνει ένα όνομα και μία χρονολογία Τα ιστορικά στοιχεία που διακρίνει κανείς στις διηγήσεις των κατοίκων της Καλάνδρας μπλέκονται με αυτά του μύθου και η χρονολογική ταξινόμηση των γεγονότων παραμένει ευχή.
Η Παναγία η Πλασταριώτισσα είναι μια μικρή ξυλόστεγη βασιλική, μονόκλιτη με στέγη δίρριχτη, στην παρειά ενός λοφίσκου και η εκκλησία απλώνεται σε δύο επίπεδα από την Δύση προς την Ανατολή, ενώ με ξύλινα υποστηρίγματα γίνεται προσπάθεια να χωρισθεί σε 3 κλίτη.
Υπάρχουν 2 είσοδοι: η μία βρίσκεται στη Δυτική και η άλλη στη Νότια πλευρά. Δεν υπάρχει κανένα άλλο άνοιγμα εκτός από το παραθυράκι στην κόγχη του ιερού.

Εξωτερικά το μόνο που θυμίζει εκκλησία είναι ένας λιγνός σταυρός στη σκεπή. Το κτίσμα από αργολιθοδομή (σοβαντισμένη τώρα) είναι φτωχό. Μπαίνοντας από τη νότια είσοδο στο δεξί μας χέρι υπάρχει μια κτητορική επιγραφή. Εκτός από αυτήν υπάρχει και άλλη επιγραφή δίπλα στην δυτική θύρα σε 8 σειρές που σήμερα διακρίνονται μόνα τα γράμματα... ΡΟΜΗ... (συνδρομή;) στη πέμπτη σειρά και στην όγδοη πιθανότατα τμήμα της χρονολογίας.
Άλλωστε εκτός από τα χαραγμένα ονόματα, υπάρχουν και χρονολογίες στους τοίχους της εκκλησίας, όπως π.χ. «Εκτίσθη το 1619» ή «278 ετών η εκκλησία εις το 1897».
Είναι φανερό λοιπόν ότι η εκκλησία χτίστηκε και ζωγραφίστηκε το πρώτο τέταρτο του 17ου αιώνα και μάλιστα η ιστορία, η ιστόρηση, το εικονογραφικό δηλαδή πρόγραμμα έγινε με έξοδα του Ιωάννη Σαβατηανού και της οικογένειάς του. Στο χωριό Καλάνδρα απ’ ότι θυμούνται οι παλαιοί Καλανδρινοί οικογένεια Σαβατηανού δεν υπήρξε, ούτε στα γύρω χωριά. Οι μνήμες φτάνουν 4-5 γενεές πίσω. Ο Ιωάννης Σαβατηανός, εύπορος - Χαλκιδικιώτης μάλλον- των αρχών του 17ου αιώνα, και η οικογένειά του ίσως να έσβησαν στο μεγάλο “χαλασμό” του 1821, τότε που εξανδραποδίστηκαν ολόκληρες φαμίλιες. Ωστόσο 2 αιώνες πριν η Κασσάνδρα ήταν μια πλούσια και γι’ αυτό πολυπληθής σχετικά με την έκτασή της περιοχή.
Η μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους κατείχε μεγάλο μέρος της Κασσάνδρας πριν από την άλωση, το οποίο μεγάλωσε ακόμη περισσότερο μετά την άλωση, ενώ η περιοχή απολάμβανε των προνομίων που είχε το Άγιο Όρος.
Φαίνεται πως μέχρι το 1624 η Κασσάνδρα ήταν αρχιεπισκοπή, τουλάχιστον για μια 20ετία, γιατί ο Κύριλλος Λούκαρης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το 1624, εξέδωσε Συνοδικό γράμμα που έκανε την Κασσάνδρα από αρχιεπισκοπή, επισκοπή της Θεσσαλονίκης.
Αν μάλιστα συνδυάσουμε το ότι η ένταξη της Κασσάνδρας υπό τον της Θεσσαλονίκης, ως επισκοπή, η μετατροπή της κατόπιν σε αρχιεπισκοπή και τανάπαλιν είναι μία ιστορία που επαναλαμβάνεται για οικονομικά οφέλη, συμπεραίνουμε ότι η Κασσάνδρα ήταν πλούσια περιοχή, ή τουλάχιστον πλούσια αρκετά ώστε να κτίζονται και να εικονογραφούνται ναοί όπως αυτός της Παναγίας του Πλασταρά. Άλλοι τέσσερεις ναοί με τοιχογραφίες σώζονται στην Κασσάνδρα. Αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι της Κασσάνδρας είχαν εκτός από ανώτερο βιοτικό επίπεδο και πολιτιστικό που τους το προσέφερε τόσον η συχνή επαφή τους με αγιορείτες μοναχούς, όσο και η καταγωγή τους από Κωνσταντινοπολίτες διωγμένους μετά την άλωση, από Ηπειρώτες και Αγραφιώτες, όσο και η στενή επαφή τους με τα νησιά του Αιγαίου.

Οι επιρροές από την Ηπειρώτικη και Αγραφιώτικη καταγωγή υπήρχαν. Τρία αγροκτήματα, του Αγίου Διονυσίου στην Βάλτα(Κασσάνδρεια) του Αγίου Γεωργίου στην Καλάνδρα και της Παναγίας Φανερωμένης στη Νέα Σκιώνη ανήκαν στην Ιερά Μονή Φλαμουρίου της Θεσσαλίας ως το 1881.
Τις παραπάνω επιρροές ενίσχυαν και τα σινάφια των Ηπειρωτών μαστόρων “των Αρβανιτάδων” όπως τους λέγανε οι ντόπιοι Καλανδρινοί, που έρχονταν με τα μουλάρια τους, τα εργαλεία τους, τις οικογένειες τους, συνήθεια που έμεινε μέχρι την κατοχή. Αυτοί, απ' όσο θυμούνται οι Καλανδρινοί ήταν κτιστάδες. Αλλά “από παλιά” μου είπαν ερχόντουσαν οι κτιστάδες και κτίζανε σπίτια και εκκλησιές, γιατί ήτανε τεχνίτες πραγματικοί. Πολλοί μάλιστα εγκαταστάθηκαν στη Κασσάνδρα.
Βέβαια η εκκλησία που εξετάζουμε δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες αρχιτεκτονικές αρετές και η απλότητά της θα ξένιζε εφ’ όσον κτίσθηκε σε μια τόσο πλούσια για την περιοχή εποχή, αν δεν ξέραμε πώς οι Τούρκοι απαγόρευαν το κτίσιμο ψηλών τρουλλαίων εκκλησιών ακόμα και σε περιοχές προνομίων.
Το μόνο διακριτικό ήταν ο ξύλινος ή σιδερένιος σταυρός, ενώ τα κτίρια ήταν φτωχικά με ξύλινη στέγη. Τέλος θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τους κατοίκους της Καλάνδρας που μας μίλησαν η εκκλησία που εξετάζουμε ήταν το καθολικό του χωριού Καλάνδρα που πρώτα βρίσκονταν στου “Πλασταρά", όμως για τον φόβο των πειρατών (στο δυτικό τοίχο της εκκλησίας χαραγμένα ιστιοφόρα και ένοπλοι άνδρες) μεταφέρθηκε στην απέναντι πλαγιά ώστε να μη φαίνεται από τη θάλασσα
Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι τα παράλια της Χαλκιδικής, στο δρόμο για την Θεσσαλονίκη, υπέφεραν από πειρατικές επιδρομές, ότι Μουσουλμάνοι και Ιωαννίτες πειρατές δρούσαν ενάμιση αιώνα μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης στην περιοχή και ότι ο μεγαλύτερος πειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα έδρασε στα μέσα του 16ου αιώνα. Οι ίδιοι βέβαια δεν έχουν ακούσει να υπήρχε μετόχι του Χιλανδαρίου εκεί. Από την άλλη μεριά ο Ιωακείμ Παπάγγελος έχει “τη γνώμη ότι η Παναγία” ήταν μετοχιακός ναός της I. Μονής Χελανδαρίου του Αγίου Όρους, για τους εξής λόγους :
1. Νοτίως της “Παναγίας" και πολύ κοντά, υπάρχει περιοχή με το τοπωνύμιο “Χιλανταρινή” (η).
2. Ο ναός τιμάται στα “Εισόδια της Θεοτόκου”, όπως και το καθολικό του Χελανταρίου.
3. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε Χελανδαρινή μετοχιακή ιδιοκτησία στην περιοχή μεταξύ Φούρκας και Καλάνδρας. Το μετόχι αυτό το είχε η Μονή Χελανδαρίου από τις αρχές του 14ου αιώνα.
Από τα στοιχεία που έχουμε μέχρι τώρα, δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί και πότε έχασε η Μονή την κυριότητα του ναού της “Παναγίας”. Ο ίδιος θεωρεί σκόπιμο να επισημάνουμε την ομοιότητα των λέξεων “Καλανδρέου” (που αναφέρεται σε έγγραφο κυριότητας της ιεράς μονής Χελανδαρίου) και “Καλάνδρα”.
Μπορεί όντως το χωριό να ανήκε εξ ολοκλήρου στην Μονή Χελανδαρίου, φαινόμενο που συναντάται επί Τουρκοκρατίας και να είχε ως καθολικό την εκκλησία της Παναγίας, ενώ κατόπιν μεταφέρθηκε στο απέναντι ύψωμα. Υπάρχει και η περίπτωση η εκκλησία να μην ήταν μετοχική, αλλά η Μ. Χελανδαρίου να κατείχε μεγάλες εκτάσεις γύρω της και γύρω από το χωριό και έτσι όταν αυτό μεταφέρθηκε να αγοράστηκαν από την Μονή αυτές οι εκτάσεις. Η εκκλησία πιθανότατα να γιόρταζε την ίδια μέρα με το καθολικό της Μ. Χελανδαρίου, γιατί οι σχέσεις Καλάνδρας και Μ. Χελανδαρίου ήταν στενές, εφ’ όσον η μονή είχε ούτως ή άλλως μετόχι στη περιοχή.
Βέβαια ένα πρόβλημα που δεν κάνει πιστευτά τα λόγια των Καλανδρινών είναι η απουσία ερειπίων ή έστω κάποιων ιχνών δόμησης οικισμού στου ’Πλασταρά”.

Φωτογραφίες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Bίκυ Ευταξά - Αρχιτέκτων-μηχανικός
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Κοιμητηριακός ναός Αγίου Αθανασίου Φούρκας
(Τοιχογραφημένος)

Πληροφορίες


   Η μεγάλη καταστροφή της Χαλκιδικής, ως συνέπεια της συμμετοχής της στην Επανάσταση του 1821, είχε επιπτώσεις και στον μνημειακό πλούτο της Χερσονήσου. Ενδεικτική είναι και η ουσιαστική απουσία τοιχογραφημένων ναών, αν και γνωρίζουμε ότι πριν από την Επανάσταση υπήρχαν πάρα πολλοί. Σήμερα διατηρούνται παλαιές τοιχογραφίες μόνον σε επτά ναούς της Χαλκιδικής: στην Παναγούδα της Καλάνδρας (1619), στην Παναγία Φανερωμένη της Νέας Σκιώνης, στην Αγία Τριάδα του Κασσανδρινού, στην Κοίμηση της Θεοτόκου της Νικήτης, στον μετοχιακό ναό της Αγίας Τριάδας παρά την μονή της Αγίας Αναστασίας (αποτοιχισμένες), στην Παναγία «Μαυρούτσα» της Φούρκας και στον Άγιο Αθανάσιο του ίδιου χωριού, ο οποίος αποτελεί και το βασικό αντικείμενο του παρόντος σημειώματος.
Ο ναός του Αγίου Αθανασίου είναι αποκομμένος από την Φούρκα, καθώς βρίσκεται στην αριστερή όχθη του χειμάρρου ο οποίος έρχεται από την περιοχή του Κασσανδρινού και εκβάλλει στην παραλία της Φούρκας, χωρίζοντας στην μέση την χερσόνησο της Κασσάνδρας. Λειτουργεί ως κοιμητηριακός ναός του χωριού, αν και δεν γνωρίζουμε την αρχική χρήση του.
Στην τοιχοδομία του ναού είναι ενσωματωμένα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιοχριστιανικού ναού (5ος-6ος αιώνας). Από το ίδιο μνημείο φαίνεται να προέρχονται και τα μαρμάρινα μέλη πού βρίσκονται ακουμπισμένα μπροστά στην είσοδο του νάρθηκα. Στο σταυροφόρο επίθημα αμφικιονίου, το οποίο είναι εντοιχισμένο στον νότιο τοίχο του ναού, είναι χαραγμένη η επιγραφή : ΥΠΕΡ ΕΥΧΗΣ ΒΙΝΚΕΝΤΙΟΥ. 

Προφανώς πρόκειται για το όνομα κάποιου από εκείνους πού συνεισέφεραν για την ανέγερση του παλαιοχριστιανικού ναού.
Ένα άλλο παρόμοιο επίθημα είναι ακουμπισμένο μπροστά στην είσοδο. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε η ειδωλολατρική επιτύμβια στήλη την οποία έστησε κάποιος Λικίνιος, σε μνήμη της θυγατέρας του Λικινίας. Κατά την λάξευση του επιθήματος καταστράφηκε μέρος της επιγραφής δεξιά και αριστερά, αλλά έχουν διασωθεί τα βασικά πληροφοριακά στοιχεία και φαίνεται να πρόκειται για έργο του 3ου αιώνα μ.Χ.
Για την θέση του παλαιοχριστιανικού ναού δεν έχουμε στοιχεία, αν και θα πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιθανόν ότι βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού νεκροταφείου και, ίσως, πάνω στα ερείπιά του οικοδομήθηκε ο υπάρχων ναός του Αγίου Αθανασίου.
Ο ναός του Αγίου Αθανασίου φαίνεται να κτίσθηκε γύρω στο 1600. Θα πρέπει να θεωρηθεί ως πολύ πιθανόν ότι πυρπολήθηκε το 1821 και στην συνέχεια (προφανώς κατά την δεκαετία του 1830) επισκευάστηκε. Αρχικώς πρέπει να ήταν κατάγραφος ο κυρίως ναός, αλλά η καταστροφή του 1821 και η ακολουθούσα αδιαφορία για τις τοιχογραφίες του, επέφεραν πολλές ζημίες στο ζωγραφικό σύνολο. Σήμερα σώζονται λίγα σπαράγματα τοιχογραφιών στον βόρειο τοίχο και το σύνολο της παράστασης της Κοίμησης της Θεοτόκου στον δυτικό. Χαρακτηριστικό της παράστασης αυτής είναι η εικονογράφηση της διακίνησης των Αποστόλων πάνω σε σύννεφα, προκειμένου να καταφθάσουν εγκαίρως και να παρευρεθούν στην ταφή της Θεοτόκου.
Με βάση τα τεχνοτροπικά στοιχεία των σωζόμενων τοιχογραφιών, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για έργο των αρχών του 17ου αιώνα και προέρχεται από ζωγράφο επηρεασμένο από τις τάσεις της κρητικής ζωγραφικής, όπως αυτές εκδηλώνονταν τότε στο Άγιο Όρος.
Αναμφισβήτητα οι τοιχογραφίες του Αγίου Αθανασίου δεν αποτελούν έργα τέχνης μοναδικά, πρόκειται για συνήθεις τοιχογραφίες της εποχής, από τις οποίες σώζονται πάμπολλα παραδείγματα στον ελληνικό χώρο. Η παρουσία τους όμως στην Χαλκιδική, μαζί με τις υπόλοιπες, λιγοστές, που προαναφέραμε, αποτελούν τα μοναδικά κατάλοιπα μιας ενδιαφέρουσας φάσης της Χαλκιδικιώτης Ιστορίας. Επί πλέον, επισημαίνουν με την παρουσία τους τον τραγικό λόγο της απουσίας μνημείων στην Χαλκιδική : οι Χαλκιδικιώτες του 1821 δεν πέθαναν μόνοι τους, τους συνόδεψαν στον θάνατό τους και τα μνημεία του Τόπου Τους.

Στον ναό Αγίου Αθανασίου Φούρκας εντοπίστηκε, ήδη από το 1914 (Charles Avezu), μαρμάρινο τεκτονικό επίθημα κιονοκράνου, διακοσμημένο με σταυρό εγγεγραμμένο σε κύκλο και χριστόγραμμα και με την επιγραφή «ΥΠΕΡ ΕΥΧΗΣ ΒΙΝΚΕΝΤΙΟΥ» στον άβακα. Είναι εντοιχισμένο εκφορικά στη νότια εξωτερική τοιχοποιία του μεταβυζαντινού ναού. Το γράμμα Ο γράφεται με τη μορφή όρθιου ρόμβου. Με γωνίες γράφονται και τα γράμματα Σ και Ε. Διαστάσεις: ύψος 18 εκ. πλάτος 40 εκ., ύψος άβακα 5 εκ., ύψος γραμμάτων 3 έως 3.5 εκ. Είναι το μόνο αρχιτεκτονικό μέλος που εντοπίστηκε στη Χαλκιδική με αυτή τη διακόσμηση. Τα μορφολογικά στοιχεία του κιονοκράνου δεν αρκούν για μια πρόταση χρονολόγησής του. Στο χαγιάτι του ναού είναι συγκεντρωμένα και άλλα αρχιτεκτονικά γλυπτά, αδημοσίευτα, προερχόμενα προφανώς από το ίδιο μνημείο (δύο αμφικιονίσκοι και ένα επίκρανο αμφικιονίσκου, ένας πεσσίσκος φράγματος πρεσβυτερίου, μεγάλες μαρμάρινες πλάκες δαπέδου κλπ.).

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Ι. Ναός Αγίου Αθανασίου στη Φούρκα
Θέση: Κοιμητήρια Φούρκας
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/530/15/7-1-1981, ΦΕΚ 51/Β/28-1-1981
Κείμενο: Περί χαρακτηρισμού ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου του κοιμητηριακού Ι. Nαού Aγίου Aθανασίου στην κοινότητα Φούρκα, N. Xαλκιδικής. "Xαρακτηρίζουμε τον κοιμητηριακό Nαό Aγίου Aθανασίου Kοινότητας Φούρκας, επαρχίας Xαλκιδικής, N. Xαλκιδικής ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο. O I. Nαός χρονολογείται από το 16ο αιώνα. Eσωτερικά είναι κατάγραφος και έχει εντοιχισμένα παλαιοχριστιανικά γλυπτά σε β' χρήση".

Φωτογραφίες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης
Σοφία Ακριβοπούλου - Βυζαντινή Αρχαιολογία
(Παλαιοχριστιανική Χαλκιδική)

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Ο ναός της Παναγίας Μαυρούτσας(Ζωοδόχου Πηγής) στην Φούρκα
(γύρω στο 1600)(1958 Ανακαίνιση)(Τοιχογραφημένος)

Πληροφορίες


   Η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκεται στην περιοχή Μαυρούτσα στο βουνό, στη θέση που παλιά υπήρχε οικισμός απ' τον 17ο αιώνα, ο οποίος καταστράφηκε από τους πειρατές.
Το παράξενο επώνυμο «Μαυρούτσα», του ναού της Παναγίας, είναι παραφθορά της βυζαντινής ονομασίας Παναγία Αμαυρούσα. Η γιορτή της «Παναγίας Αμαυρούσης» είναι της Ζωοδόχου Πηγής (προχωρημένη άνοιξη), τότε που οι άνθρωποι αρχίζουν να μαυρίζουν από τον ήλιο. Βλέπε και δαχτυλάκι με το «Μάρτη» των παιδιών, την ασπροκόκκινη κλωστή, για να μην τους μαυρίζει ο ήλιος (αρχ. ρήμα αμαυρόω - δ = κάνω κάτι μαύρο). Πιθανότατα στα θεμέλια της εξοχικής αυτής εκκλησίας της Φούρκας και λόγω της βυζαντινής της ονομασίας υπάρχει παλιά βυζαντινή εκκλησία.
Φαίνεται να είναι σύγχρονη με τον Άγιο Αθανάσιο και ήταν, επίσης, τοιχογραφημένη. Καταστράφηκε το 1821, όταν, σύμφωνα με την παράδοση, μία γριά από την Φούρκα διέσωσε την εικόνα της Παναγίας παίρνοντάς την μαζί της στο δάσος όπου κατέφυγε για να σωθεί. Την εικόνα αυτή την βρήκε ο Χρίστος Μακρής (Ιερέας Φούρκας) στη Μαυρούτσα μέσα στη σπηλιά που είχε κρυφτεί η γριά η Καλδίνα. Γύρω-γύρω μάλιστα απ’ την εικόνα υπήρχαν καντήλια πήλινα μακρουλά σαν τσαρούχια. Η εικόνα είναι πολύ φθαρμένη και φυλάσσεται στον ενοριακό ναό των Τριών Ιεραρχών στην Φούρκα. Από τις τοιχογραφίες του ναού διατηρούντα ελάχιστα δείγματα, στην θέση τους.
Το 1958 έγινε ανακαίνιση στην εκκλησία της Μαυρούτσας, γιατί ήταν μέσα στη γη και έσκυβες για να μπεις μέσα. Η πρόσφατη ανακαίνιση του ναού δεν συνέβαλε στην ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας του μνημείου.
 

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Κοιμητηριακός Ναός Αγίας Τριάδας Κασσανδρινού
(Τοιχογραφημένος)

Πληροφορίες


   Η περιοχή του χωριού εμφανίζεται στην όψιμη ιστορία της Κασσάνδρας με το μετόχι τής Αγίας Αναστασίας, το οποίο, με έκταση περί τις είκοσι χιλιάδες (20.000) στρέμματα, κατελάμβανε μέχρι και την δεκαετία του 1950, το μεγαλύτερο και καλύτερο τμήμα των κοινοτικών ορίων του Κασσανδρινού. Γνωρίζοντας ότι το «Αναστασίτικο» μετόχι ήταν το μοναδικό που είχε η Μονή της Αγίας Αναστασίας στην χερσόνησο της Κασσάνδρας, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι η Διοίκηση της Μονής το ονόμαζε, εκτός από το μαρτυρημένο «μετόχι της Κασσάνδρας» (1796), και «Κασσανδρινό», όνομα που θα πρέπει να μεταφέρθηκε και στον μεταγενέστερο οικισμό.
Το μετόχι αναφέρεται ως κτήμα της Μονής ήδη το 1568, σαν χειμαδιό βουβάλων και προβάτων. Η Μονή ιδρύθηκε το 1522, γι’ αυτό συμπεραίνουμε ότι το μετόχι περιήλθε στην κατοχή της μεταξύ των ετών 1522 και 1568, αλλά δεν γνωρίζουμε τον προηγούμενο κύριο της περιοχής.
Η παλαιότερη ονομαστική αναφορά, την οποία γνωρίζουμε για το Κασσανδρινό είναι μόλις του 1823, όταν το χωριό καταγράφεται με τα άλλα πυρπολημένα χωριά τής Κασσάνδρας, εξ αιτίας της συμμετοχής του στην Επανάσταση. Το 1862 είχε μόλις δώδεκα σπίτια και το 1867 έκτισε την εκκλησία, η οποία κατεδαφίσθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα για να χτισθεί στην θέση της το 1950, ο απροσδόκητος και ωραίος, σημερινός ενοριακός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου. Από τον παλαιό ναό έμειναν οι εικόνες και κάποια βιβλία και σκεύη.
Προ του 1867, φαίνεται ότι ο κοιμητηριακός ναός τής Αγίας Τριάδος λειτουργούσε και ως ενοριακός και έτσι έχουμε μία ένδειξη για την παλαιότητα του χωριού. Εσωτερικώς ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, οι οποίες, στο μεγαλύτερο μέρος τους, είναι ασβεστωμένες. Από τις εικόνες του τέμπλου αξιόλογη είναι η εικόνα τής Αγίας Τριάδος, ζωγραφισμένη (από Γαλατσιάνο ζωγράφο) το 1834, προφανώς έργο του 17ου ή του 18ου αιώνα.
Στην αυλή του ναού φυλάσσεται και ένας ασυνήθιστος λίθινος σταυρός, με την επιγραφή «1887 Μαΐου 2». Πρόκειται για τον μοναδικό σταυρό του είδους αυτού στην Χαλκιδική και μάλλον προέρχεται από την Κουλακιά (σήμερα Χαλάστρα) και συνδέεται με κάποιον από τους φυγάδες στην Κασσάνδρα, μετά την καταστροφή της Κουλακιάς από την μεγάλη πλημμύρα του Αξιού (αρχές τις δεκαετίας του 1880).

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Κοιμητηριακός Ι. Ναός Αγίας Τριάδος Κασσανδρινού
Θέση: Κοιμητήρια Κασσανδρινού
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/Β1/Φ35/31722/682/12-7-1985, ΦΕΚ 455/Β/19-7-1985
Κείμενο: Xαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο τον Kοιμητηριακό ναό Aγίας Tριάδος Kασσανδρινού Xαλκιδικής, διότι διασώζει εσωτερικά τμήματα του τοιχογραφικού του διακόσμου των αρχών του 17ου αιώνα.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Η παλαιοχριστιανική βασιλική του Σωλήνα στην Καλλιθέα
(5ος αιώνας μ.Χ.)

Πληροφορίες


   Στην βόρεια όχθη του χειμάρρου Σωλήνα της Κασσάνδρας, κοντά στην θάλασσα, βρισκόταν κάποια αρχαία πόλη, πιθανώς η «Νέα Πόλις» που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Με την πάροδο των αιώνων η πόλη συρρικνώθηκε στον υστεροβυζαντινό οικισμό «του Σωλήνος», ο οποίος καταστράφηκε οριστικώς κατά τον Χαλασμό της Κασσάνδρας, το 1821. Στην νότια όχθη του χειμάρρου εντοπίσθηκε το 1977 και μέχρι το 1994, υπήρχε μία θαμνόφυτη αμμοθίνα(χαμηλό ανάχωμα άμμου), στην οποία διακρίνονταν κορυφές ασβεστόκτιστων τοίχων. Από την ανασκαφική διερεύνηση του χώρου (1994-2005) προέκυψαν τα εξής συμπεράσματα:
Είναι γνωστόν ότι κατά τον 5ον αιώνα π.Χ. το επίπεδο της θαλάσσης ήταν χαμηλότερο κατά 2,5 μ. περίπου. Στην θέση της αμμοθίνας του 1994 υπήρχε και τότε, άλλη παρόμοια, σε βαθύτερο επίπεδο, η οποία προστάτευε από τους ΒΑ ανέμους που μαστίζουν την θέση, μία ομάδα δυσερμήνευτων λιθόκτιστων οικοδομημάτων και ενός ναΐσκου. Όταν εγκαταλείφθηκαν αυτές οι κατασκευές, πριν από τον 4° αιώνα π.Χ., η αδέσποτη κοίτη του χειμάρρου πέρασε πάνω τους και τις σκέπασε με αμμώδη λάσπη.
Κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., στην περιοχή φαίνεται ότι υπήρχε ένα εποχιακό έλος, χωριζόμενο από την θάλασσα με την αμμοθίνα, πάνω στην οποία πρέπει να περνούσε η παραλιακή οδός που οδηγούσε από την αρχαία πόλη του Σωλήνος προς την νότια Παλλήνη. Κατά το β' μισό του 3ου αιώνα π.Χ., πάνω στην τότε θίνα, έστρωσαν αργιλόχωμα και δημιούργησαν έναν χαμηλό και πλατύ τύμβο, διαμέτρου 10 μ. περίπου, στον οποίον άναψαν πυρά και έκαναν εναγισμούς.
Από το α' μισό του 4ου αιώνα μ.Χ. έως και το β' μισό του 6ου αιώνα, η περιοχή δυτικώς του τύμβου χρησιμοποιούνταν ως νεκροταφείο. Ο σημαντικότερος τάφος ήταν κιβωτιόσχημος, με κάλυψη σε σχήμα Λ, με πολλές διαδοχικές ταφές, από τις οποίες η τελευταία έγινε στα μέσα του 6ου αιώνα.

Η βασιλική κτίσθηκε γύρω στις αρχές του 5ου αιώνα και φαίνεται να ανήκε (όπως και το νεκροταφείο) στην γειτονική αρχαία πόλη. Στην θέση της υπήρχαν κάποια παλαιότερα χωματολιθόκτιστα κτίσματα. Κατά την θεμελίωση της βασιλικής φρόντισαν να μην θίξουν τον προαναφερθέντα κιβωτιόσχημο τάφο, ο οποίος είναι σε επαφή με την νότια πλευρά της κόγχης του Αγίου Βήματος.
Ο ναός είναι τρίκλιτη βασιλική, μεγίστων εξωτερικών διαστάσεων 24x24 μ. Τα άκρα του νάρθηκα επιμηκύνονται και δημιουργούνται, στην βόρεια πλευρά το παστοφόριο, στην νότια το βαπτιστήριο. Εσωτερικώς το παστοφόριο περιτρέχεται από κτιστό θρανίο. Η κολυμβήθρα, στην μέση του βαπτιστηρίου, είναι κτιστή, σε σχήμα σταυρού και υπό το επίπεδο του δαπέδου. Πάνω από τον νάρθηκα υπήρχε υπερώο, στο οποίο η άνοδος γινόταν με ξύλινη κλίμακα.
Τα κλίτη του κυρίως ναού χωρίζονταν με υπερυψωμένο κτιστό στυλοβάτη και με κιονοστοιχία τεσσάρων ζευγών μαρμάρινων κιόνων, ύψους 2,85 μ. Το φράγμα του πρεσβυτερίου ήταν μαρμάρινο, πιόσχημο(σε σχήμα π), με εξέχοντα πιόσχημο σολέα(χώρος στον οποίο τελούνται τα μυστήρια και οι διάφορες τελετές) και με θωράκια συμπαγή, αμφιπρόσωπα, με ανάγλυφους σταυρούς
Το σύνθρονο ήταν κτιστό, πιόσχημο, εγγεγραμμένο στην κόγχη, και το συλημένο εγκαίνιο βρισκόταν στο δάπεδο, κάτω από την μαρμάρινη Τράπεζα με τα τέσσερα στηρίγματα.
Το δάπεδο του Αγίου Βήματος ήταν στρωμένο με ορθογώνια μαρμάρινα πλακίδια. Το μεσαίο κλίτος είναι στρωμένο με ψηφιδωτά εξαιρετικής ποιότητος: εικονίζεται η σκηνή του παραδείσου με τα ποτιζόμενα ελάφια και ορθογώνια πλαίσια με ένζουδες παραστάσεις. Το δάπεδο του νάρθηκα είναι επίσης στρωμένο με ψηφιδωτά, με παραστάσεις νειλωτικών σκηνών. Τα πλάγια κλίτη είχαν ως δάπεδο το χώμα.
Κατά τον 7ο αιώνα διαμορφώθηκε το ανατολικό άκρο του βορείου κλίτους ως Πρόθεση. Στην νότια αυλή του ναού, στην θέση λίγο παλαιοτέρου κτίσματος, κτίσθηκε ένα αυτοτελές ορθογώνιο μεγάλο δωμάτιο, μέσα στο οποίο βρέθηκαν και ιατρικά εργαλεία. Η βασιλική, το «δωμάτιο» και το νεκροταφείο προστατεύονταν από λιθόκτιστο περίβολο.
Το συγκρότημα εγκαταλείφθηκε, πιθανώς μετά τους σεισμούς του 7ου αιώνα. Κατά τις αρχές του 14ου αιώνα ο ναός ήταν ακόμη ένα όρθιο ερείπιο και πάνω στο μεσαίο κλίτος του κτίσθηκε ένας πύργος, ο οποίος χρησιμοποιούσε σαν προθάλαμο τον νάρθηκα της βασιλικής. Της ίδιας εποχής πρέπει να είναι και ο μεγάλος κεραμικός κλίβανος στην δυτική αυλή της βασιλικής.
Τα ιστορικά δεδομένα της Κασσάνδρας μας οδηγούν στην υπόθεση ότι ο πύργος της βασιλικής του Σωλήνος έπαυσε να χρησιμοποιείται κατά το β' τέταρτο του 15ου αιώνα. Με την εγκατάλειψη του πύργου σταμάτησε και μία ιστορική διαδρομή είκοσι αιώνων.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Παλαιοχριστιανική βασιλική στο Σωλήνα Καλλιθέας
Θέση: Παλαιοχώρα-Σωλήνας Καλλιθέας Κασσάνδρας
Τύπος Κήρυξης:Αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις, Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Χαλκοκρατία, Κλασική, Ελληνιστική, Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
& 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων(Συναρμοδιότητα)
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/52410/2076 π.ε./22-2-1989, ΦΕΚ 180/Β/10-3-1989
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/ΚΗΡ/26468/732/3-7-1997, ΦΕΚ 703/Β/19-8-1997
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/ΚΗΡ/26468/732/3-7-1997, ΦΕΚ 461/Β/15-5-1998
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/15766/791/31-3-1999, ΦΕΚ 443/Β/26-4-1999
Κείμενο: Ανακοινώνουμε ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική στο Σωλήνα Καλλιθέας Κασσάνδρας Χαλκιδικής αποτελεί αρχαίο μνημείο και χαρακτηρίζουμε ως αρχαιολογικό χώρο την έκταση των 5.200 τ.μ. που περιβάλλει τη βασιλική διότι έχουν βρεθεί αρχαιότητες εντός των ορίων του. Ορίζουμε ζώνη προστασίας πλάτους 100μ. νοτίως του ως άνω χώρου. Πρόκειται για ένα σημαντικό συγκρότημα, αποτελούμενο από ένα ορθογώνιο κτίσμα, βυζαντινό πύργο, διαστάσεων 8Χ8,5 μ., ο οποίος καταλαμβάνει όλο το μεσαίο κλίτος μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Το μεσαίο κλίτος και ο νάρθηκας της βασιλικής είναι στρωμένα με ψηφιδωτά έργα του τέλους του 5ου αιώνα. Σε όλο το χώρο σώζονται διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού. Στη νότια πλευρά του νάρθηκα είναι προσκολλημένο το βαπτιστήριο.

Φωτογραφίες

ΣΧΕΔΙΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ

palaioxristianiki-katopsi-vasilikis400
palaioxristianiki-kentriko-psifidoto400
palaioxristianiki-arxaios-naiskos400
palaioxristianiki-enagismoi400
palaioxristianiki-tymvos400

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
ΣΧΕΔΙΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ:
10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Website: http://www.10eba.gr/
ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Ναός Αγίου Δημητρίου Αθύτου
(Eικόνες του ζωγράφου Δανιήλ & Παναγία Οδηγήτρια)

Πληροφορίες


   Ο ναός Αγίου Δημητρίου βρίσκεται στη γραφική πλατεία της Αθύτου. Κτίστηκε το 1859 πάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικού ναού. Αναφέρεται μάλιστα ότι στην Άφυτο για την ανέγερση της εκκλησίας βοήθησε ο μοναχός Φίλιππος της μονής Σίμωνος Πέτρα. Πρόκειται για τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με τρούλο, με ενσωματωμένο κωδωνοστάσιο, νάρθηκα, γυναικωνίτη και αυλή. Ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας είναι η λιθανάγλυφη παράσταση των κτητόρων στο νότιο τοίχο του ναού, καθώς και το λίθινο περιστέρι στο καμπαναριό. Παρεκκλήσια του ναού αποτελούν ο Άγιος Γεώργιος (1867), η Κοίμηση της Θεοτόκου (1855), ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Νικόλαος.
Με την ίδρυση της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής το 1973 (σήμερα 10η ΕΒΑ), άρχισε ή καταγραφή των εικόνων και των εκκλησιαστικών κειμηλίων που βρίσκονταν διεσπαρμένα σε ναούς της Χαλκιδικής.
Το έργο αυτό, εντατικό κατά τα έτη 1974-1975, συνεχίσθηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν, κυρίως στον τομέα των φορητών εικόνων, και συνετέλεσε στην διαμόρφωση μιας καλής εικόνας για τον χαρακτήρα, την ποιότητα και τα ειδικά γνωρίσματα της ζωγραφικής τέχνης τους. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έγινε ή αρχή για την συντήρηση και τον καθαρισμό εικόνων της Χαλκιδικής, αρχικά με την συντήρηση των βασικών εικόνων του Μάλτεπε(Καλλιθέας), που φυλάσσονται στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου στον Πολύγυρο (Ζαχαρίου) και συνεχίσθηκε με επιλεκτικές συντηρήσεις αξιόλογων εικόνων, με εντεινόμενο ρυθμό κατά τα τελευταία χρόνια.

Στο ναό του Αγίου Δημητρίου φυλάσσονται δύο φορητές εικόνες, του Χριστού Παντοκράτορος και της Θεοτόκου βρεφοκρατούσας, που φέρουν την επωνυμία «Ο Δίκαιος Κριτής» και «Η Αμόλυντος». Η λεπτομερής εξέταση και ανάλυση τους έδειξε ότι ανήκαν στις δεσποτικές εικόνες τέμπλου ενός άγνωστου μικρού ναού. Επειδή είναι γνωστό ότι ο ναός του Αγίου Δημητρίου της Αθύτου πυρπολήθηκε το 1821 και επανοικοδομήθηκε το 1859, θεωρείται βέβαιο ότι οι δύο εικόνες δεν προέρχονται από το ναό στον οποίο φυλάσσονται αλλά πιθανώς από κάποιο παρεκκλήσι ή εξωκλήσι του χωριού. Μπορούσαμε να υποθέσουμε επίσης και την πιθανή προέλευση τους από κάποια αγιορείτικη μονή και ότι ίσως αποτελούν δωρεά για τον εξοπλισμό του ναού την περίοδο της επανοικοδόμησής του. Στην κτηματική περιφέρεια της Αθύτου υπήρχαν, μέχρι το 1932, τα μεγάλα και παλαιά αγιορείτικα μετόχια των μονών Μεγίστης Λαύρας και Αγίου Παντελεήμονος, με τις οποίες οι Αθυτιώτες διατηρούσαν στενές σχέσεις.
Τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά και των δύο εικόνων, όπως και η εμφανής ομοιότητα τους, επιβάλλουν τη χρονολόγηση τους στο πρώτο τέταρτο του 17ου αιώνα. Οι εικονογραφικοί τύποι του Χριστού ένθρονου, μετωπικού και ευλογούντος, και της Θεοτόκου Αμόλυντου, συνδεόμενης με την Παναγία του Πάθους, είναι κοινοί στη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή τέχνη των εικόνων. Μεταξύ του θρόνου και του υποποδίου του Χριστού υπάρχει η εξής αναθηματική επιγραφή, με μαύρα μικρά γράμματα: μν(ήσθη)τι κ(ύρι)ε τας ψυχάς των δούλων σου Γαβριήλ μοναχού νίκου αρχοντούς και λάσκαρι των εξοδιαστών και δια χειρός δανιήλ (μον)αχού, όπως φάνηκε καθαρά κατά τη διαγνωστική εξέταση και ανάλυση της εικόνας. Στα χαρακτηριστικά αυτά προσθέτουμε και την απόλυτη συνάφεια και ομοιότητα, με την οποία αποδίδεται ο επιμελημένα κομψός γραφικός χαρακτήρας του ζωγράφου τόσο στις επιγραφές, όσο και στην υπογραφή του.
Με το συνδυασμό και την ερμηνεία των πληροφοριών, που αντλήθηκαν από την ακτινογραφία και την υπέρυθρη ανακλαστογραφία, επιβεβαιώθηκε η αρχική υπόθεση, ότι είναι έργα του ίδιου καλλιτέχνη. Πρόκειται για τον Δανιήλ μοναχό, το όνομα του οποίου απαντά πολλαπλώς στη ζωγραφική τόσο της τελευταίας εικοσαετίας, όσο και της πρώτης του 17ου αιώνα. Οι παρατηρήσεις αυτές βοηθούν στην εξαγωγή των ακολούθων, πιστεύουμε αδιάσειστων, συμπερασμάτων. Ο ζωγράφος Δανιήλ μοναχός -ο τρίτος στη σειρά σύμφωνα με την κατάταξη του Μ. Χατζηδάκη-, η τεκμηριωμένη δραστηριότητα του οποίου εκτείνεται περίπου από το 1587 έως και το 1615, ζωγράφισε εκτός από τις τοιχογραφίες και τις εικόνες του τέμπλου της μονής Κορώνης Αγράφων και τις αποδιδόμενες σε αυτόν τοιχογραφίες στα παρεκκλήσια της μονής Διονυσίου, και τις εικόνες τόσο του εικονοφυλακίου της ίδιας μονής, όσο και εκείνες του ναού του Αγίου Δημητρίου Αθύτου.
Το έργο του, αφού πρώτα εκδηλώνεται ουσιαστικά στην περιοχή των θεσσαλικών Αγράφων κατά την τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα, σφραγίζει κατόπιν, με την έντονη και ακάματη δραστηριότητα του, τη ζωγραφική στον Άθω και κατ' επέκταση στη Χαλκιδική κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα. Στον πλούσιο καλλιτεχνικό χώρο της μοναστικής πολιτείας φαίνεται πως διαμόρφωσε και οριστικοποίησε την εικαστική προσωπικότητα του -μετά την εμπειρία του στη Θεσσαλία- και συγκεκριμένα στη μονή Διονυσίου. Ο Δανιήλ, μοναχός πλέον της μονής, προφανώς επηρεάστηκε και διδάχθηκε από τους παλαιότερους ονομαστούς ζωγράφους που δραστηριοποιούνταν εκεί, αλλά δευτερευόντως από το έργο του περιώνυμου κρητικού ζωγράφου Τζώρτζη.
Στο κεντρικό κλίτος του ναού υπάρχει η εικόνα της Παναγίας της Αφυτιώτισσας(Παναγία Οδηγήτρια) έργο του 14ου αιώνα από το εργαστήριο της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα αυτή καταχωρήθηκε από 10η Εφορεία το 1974. Μετά την εξέταση, η εικόνα βρέθηκε να καλύπτεται πλήρως με μεταγενέστερο ζωγραφικό στρώμα και είχε σε σημεία μικρή ζημιά. Ο καθαρισμός και η αισθητική αποκατάσταση ολοκληρώθηκε στο εργαστήριο αποκατάστασης της Εφορείας το 2001. Προηγουμένως, τα τεχνικά χαρακτηριστικά της εικόνας διαγνώστηκαν στο ειδικό Διαγνωστικό Κέντρο της Μονής Ευαγγελισμού στην Ορμύλια.
Η αποκατάσταση επιβεβαίωσε την θαυμάσια τεχνική της εικόνας και είναι ένα παράδειγμα των αγιογραφιών από την εποχή των Παλαιολόγων. Η Παναγία εικονίζεται από την μέση και πάνω, με το γνωστό τύπο της Οδηγήτριας, κρατάει τον μικρό Χριστό στο αριστερό της χέρι ενώ το δεξί χέρι της είναι κάτω από το στήθος σε ένδειξη «Δέησης». Ο Χριστός ευλογεί με το δεξί χέρι και κρατά ένα χειρόγραφο ρολό στο αριστερό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκκλησία του χωριού του Αγίου Δημητρίου της Αθύτου κάηκε κατά τη διάρκεια της μεγάλης καταστροφής της Χαλκιδικής το 1821 και επανιδρύθηκε το 1859, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η εικόνα προσφέρθηκε στο νεόκτιστο ναό από ένα μοναστήρι που είχε μετόχι στην περιοχή, ενδεχομένως, η Μεγίστη Λαύρα ή του Αγίου Παντελεήμονα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Ναός Αγίου Δημητρίου στην Άθυτο
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/3891/76/27-1-1984, ΦΕΚ 200/Β/2-4-1984
ΥΑ ΥΠΠΕ/Φ35/3891/76 π.ε./15-2-1985, ΦΕΚ 126/Β/8-3-1985
Κείμενο: Xαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο τον I. Nαό του Aγίου Δημητρίου στην Άθυτο της Xαλκιδικής και οικόδομημα που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία. Tο κτίσμα είναι τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του 1857, κτισμένη μάλλον στη θέση παλιότερου ναού, με ιδιαίτερη επιμελημένη τοιχοποιϊα και αρχιτεκτονικό τύπο αντιπροσωπευτικό του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα για το χώρο της Χαλκιδικής.

Φωτογραφίες

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

athitos-christos-dikaios-kritis-colour
athitos-christos-dikaios-kritis-fix
athitos-panagia-amolyntos-colour
athitos-panagia-amolyntos-fix
athitos-panagia-odigitria-colour

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Αγγελική Στρατή - Αρχαιολόγος-Βυζαντινολόγος
Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Ναός Γέννησης της Θεοτόκου Κασσάνδρειας
(Παλαιοχριστιανικό μαρμάρινο υπέρθυρο)

Πληροφορίες


   Αφιερωμένη στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου η εκκλησία της Βάλτας(Κασσάνδρειας) γινόταν σ' αυτή πανήγυρη από τα παλιότερα χρόνια και γίνεται και τώρα, κατά τη μέρα της γιορτής της Γέννησης της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου). Από πληροφορίες που έχουμε, στη θέση της εκκλησίας και πριν απ' την καταστροφή του 1821 ήταν μικρότερη και είχε μάκρος όσο τα 2/3 του μάκρους της σημερινής. Ξανακτίστηκε κατά τη δεκαετία του 1860 χωρίς νάρθηκα κι αργότερα κι ίσως κατά την ίδια δεκαετία, κτίστηκε και νάρθηκας με τοξοειδή ανοίγματα. Στα μετά το 1920 χρόνια, κλείστηκαν τα τοξοειδή ανοίγματα του νάρθηκα για επέκταση του εσωτερικού χώρου της κι αργότερα πάνω απ' την είσοδο της φτιάχτηκε μεγάλο οριζόντιο στέγαστρο που αποτέλεσε επέκταση μαζί και εξώστη του γυναικωνίτη της.
Κατά τα μετά από το κτίσιμο της εκκλησιάς χρόνια, κτίστηκε και το περιτείχισμα του έξω απ' αυτή χώρου της καθώς και το καμπαναριό της, του οποίου το κάτω μέρος αποτελεί τοξοειδή είσοδο στο προαύλιο της εκκλησιάς. Δίπλα απ' την πρόσοψη της εκκλησίας και δεξιά της, κτίστηκε πιθανότατα κατά το 1904 ή 1905 μικρό ανώγειο οίκημα το "κελλί" ή "Νηπιαγωγείο" το οποίο νόμιμα ανήκει στο Σχολικό Ταμείο του Δημοτικού σχολείου.
Οι Ηπειρώτες κτίστες που έκτισαν την εκκλησιά, έκαναν πολύ καλή δουλειά. Κατά πληροφορία, στο τέλος δεν "έβγαιναν" (δεν κάλυπταν με την αμοιβή τους τα έξοδα τους)- κι αναγκάστηκαν να πουλήσουν δυο μουλάρια τους, να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα έξοδα, για να φύγουν για την Ήπειρο.

Στο μεταβυζαντινό ναό της Γεννήσεως Θεοτόκου Κασσάνδρειας βρίσκεται εντοιχισμένο, στην δυτική πύλη του ναού, ένα παλαιοχριστιανικό μαρμάρινο τόξο του 5ου αιώνα μ.Χ.
Η κυρτή επιφάνεια του τόξου και το εσωράχιο κοσμούνται από διάτρητους φυτικούς έλικες, που πλαισιώνονται από λέσβιο κυμάτιο. Το πάνω μέρος στέφεται από ιωνικό κυμάτιο, ενώ στις γωνίες παριστάνονται ιπτάμενοι άγγελοι με πρόσωπο στραμμένο προς τον θεατή. Ο φυτικός διάκοσμος του μετώπου είναι εξαιρετικά πυκνός, και αποτελείται από κύκλους φοινικοειδών που περικλείουν ζώα σε προτομή, ενώ ανάμεσα στους κύκλους συμπλέκονται κλαδιά που περιβάλουν ζώα και πτηνά έντονα κινημένα. Έντονη είναι η οπτική εντύπωση της φωτοσκίασης που δίνεται από την πυκνότητα, τη ζωηρή κίνηση και την αφαίρεση του βάθους. Στη διακόσμηση του εσωραχίου ακολουθείται η ίδια διάτρητη τεχνική. Εδώ έχουμε κληματίδα που σχηματίζει συνδεόμενους κύκλους, που εναλλάξ περιέχουν οδοντωτά κληματόφυλλα και τσαμπιά σταφυλιών.
Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, το τόξο αυτό προέρχεται από την κωμόπολη Πίνακα. Πίνακας ή Πόρτες ήταν η παλαιότερη ονομασία της θέσης της αρχαίας Ποτίδαιας και της Κασσάνδρειας, όπου αργότερα ιδρύθηκε το προσφυγικό χωριό Νέα Ποτίδαια. Η αρχαία Κασσάνδρεια προφανώς διατηρεί τη σημασία της κατά τους χριστιανικούς χρόνους αφού γίνεται έδρα επισκόπου. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το 540 οι Ούννοι κατέστρεψαν την Κασσάνδρεια, μαζί με όλη σχεδόν την βόρεια Ελλάδα φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Οι αρχαιολογικές πληροφορίες για την παλαιοχριστιανική Κασσάνδρεια, επισκοπική έδρα και τειχισμένη πόλη, είναι σχεδόν ανύπαρκτες, με εξαίρεση το διατείχισμα, δηλαδή το τείχος που είναι σήμερα ορατό στην νότια όχθη της διώρυγας. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση της (πρέπει να αποτελούσε πάντως συνέχεια της ρωμαϊκής πόλης) ούτε και την έκτασή της. Το γεγονός ότι ήταν επισκοπική έδρα σημαίνει ότι πρέπει να είχε τουλάχιστον ένα ναό: τον επισκοπικό. Κατά μία πληροφορία, το τοξωτό πλαίσιο που προέρχεται από τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και βρίσκεται σήμερα εντοιχισμένο στο υπέρθυρο της εισόδου του ναού της Παναγίας της σημερινής Κασσάνδρειας, προέρχεται από την περιοχή της σημερινής Νέας Ποτίδαιας.
Η αρχική προέλευση πάντως του τόξου είναι από το ναό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Ένα ακριβώς όμοιο τόξο προερχόμενο από αυτόν το ναό βρίσκεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και παλιότερα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Το δεύτερο αυτό τόξο είναι αμφίγλυφο, όπως είναι και το τόξο της Κασσάνδρειας. Η άλλη πλευρά έχει ανάλογη εκτέλεση με την πλευρά που περιγράψαμε ήδη, μόνον που ο διάκοσμός της δεν είναι τόσο πυκνός και οι γωνίες πληρούνται με παγώνια αντί αγγέλων. Εντυπωσιακές όμως είναι οι ομοιότητες μεταξύ των δύο τόξων και του λεγάμενου μικρού τόξου της Αψίδας του Γαλερίου(Καμάρα Θεσσαλονίκης), όπου εικονίζονται ο Γαλέριος και η προσωποποίηση της Θεσσαλονίκης. Φαίνεται πως τα δύο τόξα του Αγίου Δημητρίου αντιγράφουν το μικρό τόξο του Γαλερίου, αποδεικνύοντας έτσι την ύπαρξη στην πόλη μιας μακράς γλυπτικής παράδοσης.
Τα τόξα του Αγίου Δημητρίου μπορούν ακόμη να συγκριθούν με τον άμβωνα της Ροτόντας, και να τοποθετηθούν έτσι στο πρώτο μισό του τετάρτου αιώνα, χρονολόγηση που ταιριάζει με την χρονολόγηση του πρώτου ναού του Αγίου Δημητρίου.Σύμφωνα με την αποκατάσταση των Γ. και Μαρίας Σωτηρίου, τα ανάγλυφα τόξα πρέπει να ήταν τρία, και προφανώς όλα όμοια μεταξύ τους. Ήταν τοποθετημένα στην ανωδομή ενός φράγματος που έφρασσε τον χώρο μεταξύ των ανατολικών και δυτικών πεσσών του ιερού Βήματος, το άνοιγμα δηλαδή των μεγάλων τόξων που χωρίζουν τον ακριβώς μπροστά την αψίδα χώρο από τα πτερύγια. Έτσι ερμηνεύεται και η διπλή όψη των τόξων.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου 1:
Ο Ι. Ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, μαζί με το κωδωνοστάσιό του
Ονομασία Μνημείου 2: Το υπέρθυρο της δυτικής εισόδου του Ι. Ναού Γεννήσεως της Θεοτόκου
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Τμήματα Κτιρίου, Αστικά Κτίρια, Κωδωνοστάσια, Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/Β1/Φ35/22108/549/28-5-1985, ΦΕΚ 419/Β/18-6-1986
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/19938/504/28-5-1986, ΦΕΚ 440/Β/4-7-1986
Κείμενο: Xαρακτηρίζουμε ως κτίσμα που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία τον I. Nαό Γέννησης της Θεοτόκου μαζί με το κωδωνοστάσιό του, που βρίσκεται στη Kασσάνδρεια Xαλκιδικής. Πρόκειται για τρίκλιτη, ξυλόστεγη βασιλική, κτισμένη με Kασσανδρικό ασβεστόλιθο. Το υπέρθυρο της δυτικής εισόδου του I. Nαού Γέννησης της Θεοτόκου στη Kασσάνδρεια Xαλκιδικής είναι αρχαίο μνημείο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του KN 5351/32 "περί Αρχαιοτήτων". Tο υπέρθυρο φέρει εντοιχισμένο μαρμάρινο τόξο, κοσμημένο με ανάγλυφες παραστάσεις. Πρόκειται για έργο του 6ου αιώνα το οποίο πιθανώς προέρχεται από τη Bασιλική του Aγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης.

Φωτογραφίες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Βασίλειος Γ. Ματαυτσής -
Δάσκαλος
Παναγιώτης Στάµος - Θεολόγος Συγγραφέας 1961
La Chalcidique vue par Charles Avezou (avril-mai 1914)
Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Μετοχικός Ναός του Αγίου Παντελεήμονα στην Καλλιθέα
(Τοιχογραφημένος)(1865)

Πληροφορίες


   Το ιερό του Άμμωνα Δία αποκαλύφθηκε δίπλα ακριβώς στο ξενοδοχείο ΑΜΜΩΝ ΖΕΥΣ. Ανήκε στην παλαιά αποικία των Ερετριέων, την Άφυτι, και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα, οπότε καταστράφηκε και στη θέση του ιδρύθηκε νέος, μικρότερος ναός, με συγκροτήματα κτιρίων γύρω του. Το συγκρότημα του ιερού καταστράφηκε βίαια, πιθανόν στα χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου.
Τότε θα πρέπει να χτίστηκε στο χώρο του ιερού και η παλαιοχριστιανική βασιλική, από την οποία βρέθηκαν μόνον αρχιτεκτονικά μέλη, εντοιχισμένα στα κτίρια του άλλοτε μετοχιού της μονής Αγίου Παντελεήμονος, που κατέλαβε το χώρο κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο. Στη θέση της βασιλικής χτίστηκε, πιθανότατα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, μονόχωρος ναός, που αργότερα αντικαταστάθηκε από το ναό του μετοχιού.
Το 1869 ο συγγραφέας Νικόλαος Β. Χρυσανθίδης επισκέφθηκε με τη συνοδεία του Μητροπολίτη Χρύσανθου το Μετόχι Νερόμυλος(Ρώσικο) στην σημερινή Καλλιθέα και αναφέρει σε βιβλίο που εκδόθηκε το 1870 στην Κωνσταντινούπολη ότι οι μοναχοί βρήκαν το 1863 κατόπιν ανασκαφής τα θεμέλια του Αμφιθεάτρου και του βωμού του ιερού. Τα μεγάλα τετράγωνα μάρμαρα που εξήγαγαν χρησίμευσαν στην ανέγερση ναΐσκου αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα(1865) και στην ανοικοδόμηση της Μονής Αγίου Παντελεήμονος(Ρωσικό Μοναστήρι) στο Άγιο Όρος. Όλος ο ναός, το Ιερό Βήμα και το Τέμπλο είναι τοιχογραφημένα με εξαιρετικές αγιογραφίες Ρώσων αγιογράφων μοναχών καθώς η ονομασία των Αγίων που απεικονίζονται είναι στα Ρώσικα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Ιερόν Άμμωνος Διός στην Καλλιθέα
Θέση: Παραθαλάσσιο κτήμα ξενοδοχείου "Άμμων Ζευς"
Τύπος Κήρυξης:Αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις, Αρχαία Ιερά, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Αρχαιότητα, Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
& 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων(Συναρμοδιότητα)
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ Φ31/36676/2920/4-10-1973, ΦΕΚ 1194/Β/5-10-1973
Κείμενο: Iερόν Άμμωνος Διός Άφυτος-Kαλλιθέα, παραθαλάσσιον κτήμα ξενοδοχείου "AMMΩN ZEYΣ" (τέως Mετόχιον Mονής Παντελεήμονος) και ζώναι πλάτους πεντακοσίων μέτρων (500 μ.) βορειοανατολικώς και νοτιοδυτικώς αυτού.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΚΕΙΜΕΝΟ, ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Παλαιοχριστιανική Βασιλική Μεγάλης Κύψας(3ου αιώνα μ.Χ)

Πληροφορίες


   Στην περιοχή «Camping Σάνη» και στην τοποθεσία Μεγάλη Κύψα, της Κασσάνδρας Χαλκιδικής, μια μοναδική, για το μακεδονικό χώρο, ρωμαϊκή αγροικία αποκαλύπτει για πρώτη φορά την αρχιτεκτονική σχέση των ρωμαϊκών κτιρίων με τους επαρχιακούς παλαιοχριστιανικούς ναούς. Η αγροικία εντοπίστηκε το 1972. Χρονολογήθηκε στην υστερορωμαϊκή περίοδο, και συνέχισε να ζει και κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Πρέπει να εγκαταλείφθηκε κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Η Μεγάλη Κύψα εκτείνεται νότια των αγροτικών φυλακών Ξενοφώντος, στη δυτική ακτή της Κασσάνδρας, και καταλήγει στον όρμο της Κύψας(Όρμος Ξενοφώντος).
Η μετέπειτα ανασκαφή ξεκίνησε τον Μάιο του 2006 από την 10η ΕΒΑ με υπεύθυνο τον αρχαιολόγο κ. Ι. Παπάγγελο και συνεχίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2007. Όπως επισήμανε ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος, στην τραπεζαρία της κυρίως κατοικίας, η οποία χρονολογείται στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ., δημιουργήθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ. παλαιοχριστιανικός ναός, που λειτούργησε ως τον 8ο αιώνα. Το εύρημα θεωρείται μοναδικό για τον χώρο της Μακεδονίας και δίνεται για πρώτη φορά στους αρχαιολόγους να μελετήσουν συνολικά έναν τέτοιο χώρο στην περιοχή. Η βασιλική που λειτούργησε στο εσωτερικό της αγροικίας αποκαλύπτει τη σχέση εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των επαρχιακών παλαιοχριστιανικών ναών του τύπου της βασιλικής με αντίστοιχα κοσμικά κτήρια της ρωμαϊκής εποχής. Στο νότιο κτίριο αποκαλύφθηκαν τρία δωμάτια στη νότια πλευρά και τμήμα μιας αψιδωτής αίθουσας στη νότια. Το δάπεδο της αψιδωτής αίθουσας ήταν στρωμένο με ψηφιδωτό, που χρονολογείται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο ο χώρος μετατράπηκε σε λουτρό.
Σε παχύ στρώμα καύσης βρέθηκαν 9 χρυσά νομίσματα: δύο Τιβερίου-Κωνσταντίνου (578-582), τρία Μαυρικίου-Τιβερίου (582-602), τέσσερα Φωκά (602-610) και δύο Ηρακλείου (610-641). Δεν αναφέρεται σε πιο χώρο βρέθηκε το στρώμα καύσης με τα νομίσματα. Μπορούμε να υποθέσουμε πως πρόκειται για το δυτικό κτίριο. Φαίνεται πως από εκεί άρχισε η ανασκαφή το 1972 από την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων, και συνεχίστηκε το 1973 από την νεοϊδρυθείσα Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Στον αρχαιολογικό χώρο εντοπίστηκαν ταφές πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Δεν αναφέρεται πουθενά η θέση και ο αριθμός των τάφων, ούτε δημοσιεύεται σχέδιο του νεκροταφείου.
Στην ίδια θέση είναι πιθανόν να εγκαταστάθηκε και η παλιά έδρα του μετοχιού της Μονής Ξενοφώντος, όπου ανήκε η περιοχή ως τη δεκαετία του '30. Κύψα=(Από το ρ. κύπτω), κατωφερής μορφολογία του εδάφους, κατωφέρεια. Σύμφωνα με τον Ιωακείμ Παπάγγελο(Αρχαιολόγο) η Κύψα (Μεγάλη και Μικρή), ίσως να σχετίζεται με την αρχαία Σκάψα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Παλαιοχριστιανικός ερειπιώνας στη θέση Μεγάλη Κύψα
Θέση: Μεγάλη Κύψα στο Camping Σάνη
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Πρωτοχριστιανική
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/531/16/7-1-1981, ΦΕΚ 51/Β/28-1-1981
Κείμενο: Ο παλαιοχριστιανικός ανεσκαμμένος ερειπιώνας που βρίσκεται στο πρώην Camping "Σάνη", στη θέση Mεγάλη Kύψα, κοινότητας Kασσάνδρας, επαρχία Xαλκιδικής, N. Xαλκιδικής είναι αρχαίο μνημείο σύμφωνα με το άρθρο 2 του KN 5351/32 "περί αρχαιοτήτων" και προστατεύεται από τις διατάξεις του Nόμου αυτού. Πρόκειται για μία εγκατάσταση της ύστατης αρχαιότητας και των παλαιοχριστιανικών χρόνων.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΚΕΙΜΕΝΟ, ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Παλαιοχριστιανική Βασιλική στην Σκάλα Φούρκας Χαλκιδικής
(6ου αιώνα μ.Χ.)

Πληροφορίες


   Στον παραθαλάσσιο οικισμό Σκάλα Φούρκας το 1998, ανακαλύφτηκαν τυχαία, μετά από χωματουργικές εργασίες ιδιώτη για την ανάπλαση δημοτικής έκτασης, τα ερείπια Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής του 6ου αιώνα. Η αρχαιολογική υπηρεσία, μετά την ανασκαφή, περιέφραξε τον χώρο, ο οποίος είναι χαρακτηρισμένος ως αρχαιολογικό πάρκο από το 1998 και υπό κήρυξη αρχαιολογικός χώρος, σύμφωνα με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο 2014 του δήμου Κασσάνδρας. Κατά την ύστερη αρχαιότητα και μέχρι τον 6ον αιώνα υπήρχε ένας εκτεταμένος παραθαλάσσιος οικισμός στην παραλία της Φούρκας. Στο νότιο άκρο της παραλίας, όπου και το ασφαλέστερο αγκυροβόλιο, εντοπίσθηκαν πολλοί κεραμικοί κλίβανοι.
Ο κάμπος της Φούρκας είναι ο μεγαλύτερος και ο πλέον εύφορος της Κασσάνδρας. Από το πρώτο μισό του 10ου αιώνος υπήρχε εκεί μετόχι της Μονής των Περιστερών, το οποίο λίγο αργότερα μεταβιβάσθηκε στην αγιορείτικη Μεγίστη Λαύρα και αργότερα στην Μονή Ιβήρων. Πρέπει να υπήρχε λοιπόν μία Σκάλα που εξυπηρετούσε τον αρχαίο οικισμό και, πιθανώς η ίδια θέση, εξυπηρετούσε τα μεσοβυζαντινά μετόχια και τους οικισμούς της περιοχής. Στην μέση της παραλίας και του αρχαιολογικού χώρου της Φούρκας λειτουργούσε, μέχρι την δεκαετία του 1970, ο σταθμός συγκέντρωσης της ρητίνης και από την εκεί Σκάλα(αποβάθρα) γινόταν η φόρτωσή της στα μεταφορικά πλοία. Επίσης 1 χιλιόμετρο βόρεια έχουν εντοπισθεί στην περιοχή Άγιος Ιωάννης, όπου και η ομώνυμη εκκλησία, τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής κατόπιν επιφανειακής έρευνας, όπως αναφέρθηκε από το αρχαιολόγο Ιωακείμ Παπάγγελο το 1998.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Αρχαιολογικός χώρος στη Σκάλα Φούρκας
Θέση: Σκάλα Φούρκας
Τύπος Κήρυξης:Αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις
Χρονική Περίοδος: Ελληνιστική
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/20153/1227/19-6-1998, ΦΕΚ 677/Β/3-7-1998
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/20153/1227/19-6-1998, ΦΕΚ 1068/Β/12-10-1998
Κείμενο: Κηρύσσεται η παράλια περιοχή νότια της Σκάλας Φούρκας, για την καλύτερη προστασία των εκεί ευρισκομένων αρχαιοτήτων, χρονολογούμενων στην ελληνιστική περίοδο.

Φωτογραφίες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου