www.kassandra-halkidiki.gr
ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
(PENINSULA KASSANDRA CHALKIDIKI)

ΠΛΗΡΗΣ Τουριστικός & Πολιτιστικός Οδηγός
(COMPLETE Tourist and Cultural Guide)

Αρχαιολογικοί Χώροι Κασσάνδρας (Ανασκαφές)
Kassandra's Archaeological Sites (Excavations)

Γενικές Πληροφορίες


   Η χερσόνησος της Παλλήνης(Κασσάνδρας) με το φυσικό της πλούτο και τη νευραλγική της θέση από πολύ νωρίς κέντρισε το ενδιαφέρον των κατοίκων της νοτίου Ελλάδος. Αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθούν οκτώ αποικίες σε κοντινή απόσταση η μία με την άλλη, ενώ στην περίπτωση της Μένδης και της Σκιώνης υπήρχε και οπτική επαφή. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές ως παλαιότερη εμφανίζεται η Σκιώνη, αφού η ίδρυσή της ανάγεται στα χρόνια μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου. Οι ανασκαφικές έρευνες έδειξαν ότι η και η Μένδη (12ος αιώνα π.Χ.) είναι μια από τις πρώτες αποικίες που ιδρύονται στη χερσόνησο της Παλλήνης. Εξάλλου δεν πρέπει να είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Μένδη και η Σκιώνη, των οποίων η ίδρυση φαίνεται να προηγείται των υπολοίπων, γειτνιάζουν κιόλας. Στον 8ο αιώνα π.Χ. τοποθετείται η ίδρυση της Άφυτις και της Σάνης, όπως προκύπτει από τα ανασκαφικά δεδομένα, ενώ από τους αρχαίους συγγραφείς μαρτυρείται η ίδρυση της Ποτίδαιας τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι πρώτες αναφορές για τη Θέραμβο βρίσκονται στις πηγές του 6ου αιώνα π.Χ. και για τη Νεάπολη και την Αιγή στις πηγές του 5ου αιώνα π.Χ.
Η επιλογή των θέσεων σαφώς και δεν θα ήταν τυχαία. Κύριο λόγο θα είχαν τα φυσικά χαρακτηριστικά του τόπου και τα πλεονεκτήματα που θα πρόσφερε η υποψήφια θέση. Έτσι παρατηρούμε ότι όλες οι πόλεις ιδρύονται σε θέσεις φυσικά οχυρές και δίπλα στη θάλασσα. Ειδικά για τη Μένδη, μια από τις παλαιότερες αποικίες της χερσονήσου, επιλέχτηκε ένα καίριο σημείο στο νότιο άκρο της Παλλήνης, απ’ όπου είναι δυνατός ο έλεγχος των εμπορικών δρόμων προς βορρά και προς ανατολάς. Παράλληλα, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου επιλέγονται θέσεις με προϋπάρχουσα κατοίκηση. Είναι πιθανό, μάλιστα, οι νέοι κάτοικοι να συνυπάρξανε με τους παλιότερους. Συγκεκριμένα στην Άφυτι (λόφος Κουτσόμυλος) και στη Σάνη (Πύργος) εντοπίστηκαν οικιστικά λείψανα της εποχής του Χαλκού και της πρώιμης εποχής του Σιδήρου, στο ύψωμα Αράπης, όπου τοποθετείται η αρχαία Θέραμβος, λείψανα της ύστερης εποχής του Χαλκού και της πρώιμης εποχής του Σιδήρου και στην τούμπα του Πολύχρονου, όπου αναζητείται μια από τις αρχαίες πόλεις Νεάπολις ή Αιγή, λείψανα της πρώιμης εποχής του Χαλκού.
Επίσης, διαπιστώνουμε ότι για τις περισσότερες αποικίες, αν και δηλώνεται από τις αρχαίες πηγές η επιβίωσή τους μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, κάτι τέτοιο δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί ανασκαφικά. Κυρίως οι γνώσεις μας περιορίζονται στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο. Εξαίρεση αποτελούν η πόλη της Ποτίδαιας, όπου η συνεχής κατοίκησή της από τα αρχαϊκά μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια είναι έκδηλη ανασκαφικά και η αρχαία πόλη που τοποθετείται στο Πολύχρονο, όπου εντοπίστηκαν ίχνη ρωμαϊκής εγκατάστασης. Λείψανα ρωμαϊκών χρόνων ανασκάφθηκαν και στο ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι, ενώ στο ιερό του Άμμωνα Δία στην Καλλιθέα παρατηρήθηκε έντονη οικοδομική δραστηριότητα τον 1o- 3o αιώνα μ.Χ. Για τις υπόλοιπες αποικίες απουσιάζουν τα ανασκαφικά δεδομένα.
Παρ’ όλη την αποσπασματική εικόνα είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε ότι οι πόλεις που ιδρύθηκαν στη χερσόνησο της Παλλήνης μπορεί να μην εξελίχθηκαν σε μεγάλα κέντρα, γνώρισαν, όμως, μια περίοδο ακμής και οικονομικής άνθισης. Η οικονομία τους στηριζόταν στο εμπόριο και στην εξαγωγή πλουτοπαραγωγικών υλών, οίνου και ξυλείας. Ως οικονομικά πιο ισχυρές εμφανίζονται πρώτα η Ποτίδαια, μετά η Μένδη και η Σκιώνη, κατόπιν η Άφυτις, ακολουθούν η Σάνη, η Νεάπολη και η Αιγή και τέλος η Θέραμβος. Η εικόνα αυτή προκύπτει με βάση το Συμμαχικό φόρο που κατέβαλλε η κάθε πόλη, αλλά και από το γεγονός αν είχε τη δυνατότητα να κόβει δικό της νόμισμα. Όσον αφορά στα ποσά του φόρου αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ποτίδαια πλήρωνε 6/15 τάλαντα, η Μένδη 8/15, η Σκιώνη 6/15, η Αφυτις, η Νεάπολις και η Αιγή μισό και η Θέραμβος μόλις 1.000 δραχμές. Από αυτές δικό τους νόμισμα κυκλοφορούσαν η Ποτίδαια, η Μένδη, η Σκιώνη, η Αφυτις και ίσως η Νεάπολις. Ειδικά το οικονομικό σθένος της Μένδης διαφαίνεται και από το γεγονός ότι το νόμισμά της, ο «μενδαίος όνος», εντοπίστηκε σε διάφορα σημεία της μεσογειακής λεκάνης, αλλά και από το ότι ήταν η μόνη από τις πόλεις της Παλλήνης που ίδρυσε δικές της αποικίες: τη Νεάπολη στην ανατολική ακτή της χερσονήσου και την Ηιώνα στις εκβολές του Στρυμόνα.
Αναφορικά με τους δεσμούς, που διατηρούσαν οι αποικίες με τις μητροπόλεις τους, τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι περιορισμένα. Ειδικά οι σχέσεις της Ποτίδαιας με τη μητρόπολή της Κόρινθο έχουν πολύ χαρακτηριστικά αποτυπωθεί στο θεσμό των επιδημιουργών, που έστελνε κάθε έτος η μητρόπολη. Για τη γειτονική της Άφυτις, αποικία της Ερέτριας, δηλωτική των επαφών της με το νησί της Εύβοιας είναι επιγραφή ωνής από την Άφυτι σε ιωνική διάλεκτο με ευβοϊκές επιρροές και με ονόματα που απαντώνται και στην Εύβοια . Εξάλλου η επιλογή των αποίκων να λατρέψουν τον Διόνυσο σε σπήλαιο στην κατάφυτη περιοχή της Καλλιθέας θα πρέπει να σχετίζεται με το γεγονός ότι και στη βόρεια Εύβοια μαρτυρείται λατρεία του θεού σε σπήλαιο. Ίσως να πρόκειται για ένα λατρευτικό έθιμο που υιοθετείται και μεταφέρεται από τους αποίκους στο νέο τόπο κατοικίας τους. Ανάλογοι δεσμοί και δάνεια παρατηρούνται και στην περίπτωση της Μένδης. Το όνομά της σχετίζεται με το αρωματικό φυτό «μίνθη», αλλά και με τον αρχαίο δήμο «Μινθούντα» της μητρόπολης της Ερέτριας. Η παρουσία των κυκλικών λιθόστρωτων (8ος αιώνα π.Χ.) σε οικίες στο Προάστειο και του πρωτογεωμετρικού αψιδωτού λατρευτικού κτιρίου στο ιερό του Ποσειδώνα δηλώνει τους ιδιαίτερους δεσμούς με την μητρόπολή της, αφού ανάλογα οικοδομικά λείψανα εντοπίστηκαν και στο Λευκαντί.
Το κύριο, όμως. υλικό στο οποίο έχουν αποτυπωθεί οι σχέσεις των αποικιών τόσο με τις μητροπόλεις τους όσο και με άλλες πόλεις ή περιοχές είναι η κεραμική. Καθώς στην ίδρυση των αποικιών της Παλλήνης πρωτοστάτησαν σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές οι Ερετριείς θα αναμέναμε η συγκεκριμένη μαρτυρία να επιβεβαιώνεται ανασκαφικά με τα ευρήματα της κεραμικής από τις εξεταζόμενες πόλεις. Πράγματι στην Αφυτι, στο ιερό του Διονύσου και των Νυμφών, εντοπίστηκε ευβοϊκή κεραμική του 8ου αιώνα π.Χ. (τμήματα σκύφων με κρεμάμενα ομόκεντρα ημικύκλια), ενώ ανάλογη είναι και η εικόνα από τη Σάνη, όπου βρέθηκαν όστρακα ερετριακά υπογεωμετρικής περιόδου και όστρακα με ευβοϊκές επιρροές στη διακόσμηση. Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μένδης. Από τη θέση Βίγλα προέρχεται υστερομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμική ανάλογη με σύγχρονα παραδείγματα από το Λευκαντί, ενώ στο Προάστειο ανασκάφθηκε κεραμική πρωτογεωμετρική και γεωμετρική με ευβοϊκές επιρροές (ντόπια αγγεία με ομόκεντρους κύκλους, σκύφοι με κρεμάμενα ημικύκλια). Την ίδια εικόνα συναντάμε και στο γειτονικό ιερό του Ποσειδώνα, στο Ποσείδι (υστερομυκηναϊκή, πρωτογεωμετρική και γεωμετρική κεραμική με ευβοϊκές επιρροές και αντίστοιχη με την κεραμική του Λευκαντίου).
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ευβοϊκές επιρροές κατακλύζουν την χερσόνησο της Παλλήνης κατά την υστερομυκηναϊκή με γεωμετρική περίοδο. Μάλιστα η περίπτωση της Παλλήνης εντάσσεται σε ένα γενικότερο φαινόμενο, που διαπιστώνεται στον ευρύτερο χώρο του βόρειου Αιγαίου και της Μακεδονίας την ίδια περίοδο. Έντονη ευβοϊκή παρουσία εντοπίζεται και σε άλλες θέσεις τόσο της Χαλκιδικής (Τορώνη, Κούκος Συκιάς, Παρθενώνας) όσο και γύρω από το Θερμαϊκό κόλπο (Νέα Αγχίαλος, Τούμπα Θεσσαλονίκης, Καραμπουρνάκι). Σαφώς και η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει τις εμπορικές δραστηριότητες που ανέπτυξαν οι Ευβοείς κατά την υστερομυκηναϊκή με γεωμετρική περίοδο στην περιοχή του βόρειου Αιγαίου αναζητώντας πηγές πρώτων υλών (χρυσός, χαλκός, σίδηρος), θα μπορούσε, όμως, να είναι και μια απόδειξη του πρώιμου αποικισμού της περιοχής από τους Ευβοείς θαλασσοπόρους.
Οι σχέσεις των αποικιών της Παλλήνης με την Εύβοια φαίνεται να εξασθενούν στο τέλος της γεωμετρικής περιόδου, ενώ αντιθέτως αναπτύσσονται επαφές με την Ιωνία, την Αιολίδα, τις Κυκλάδες, την Κόρινθο και την Αττική. Τον 8ο με 6ο αιώνα π.Χ. κυριαρχούν οι επιρροές από την Ιωνία, τις Κυκλάδες και την Αιολίδα, όπως πολύ χαρακτηριστικά παρατηρείται στην κεραμική από το ιερό της Σάνης, στα ταφικά αγγεία από τη Μένδη και το Πολύχρονο, στην κεραμική από το ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι , στην κεραμική και σε έργα πλαστικής από την Ποτίδαια. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. η ίδρυση της κορινθιακής Ποτίδαιας σηματοδοτεί την έναρξη επαφών με την Κόρινθο, οι οποίες επιβεβαιώνονται από την εύρεση κορινθιακής κεραμικής του 6ου αιώνα π.Χ. στην Ποτίδαια, στις γειτονικές Άφυτις και Σάνη, στο Πολύχρονο, στη Σκιώνη και στη Μένδη. Από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και κυρίως τον 5ο αιώνα π.Χ. δεσπόζει η Αθήνα με την αττική κεραμική να κυριαρχεί στις αποικίες (Ποτίδαια, Άφυτις, Σάνη, Πολύχρονο, Σκιώνη, Μένδη) και με αττικές επιρροές να εντοπίζονται και σε έργα πλαστικής (Ποτίδαια). Σαφώς ρόλο στην έντονη αττική παρουσία του 5ου αιώνα π.Χ. θα έπαιξε η ίδρυση της Αθηναϊκής Συμμαχίας και η συμμετοχή τον αποικιών της Χαλκιδικής σε αυτήν.
Όσον αφορά στην τοπογραφία τους και στην οργάνωσή τους διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες αποικίες ιδρύονται σε θέση φυσικά οχυρή (Άφυτις, Σκιώνη - θέση «Μύτικας», Μένδη - θέση «Βίγλα», Πολύχρονο - λόφος Γηρομοίρι). Συνήθως στο ύψωμα τοποθετείται η ακρόπολη και γύρω στις πλαγιές αναπτύσσεται η πόλη με το νεκροταφείο. Έτσι οι οικίες κατασκευάζονται σε επίπεδα και προσαρμόζονται στη μορφολογία του εδάφους (Άφυτις), ανεγείρονται πάνω σε άνδηρα (Πολύχρονο) και χτίζονται αμφιθεατρικά στις πλαγιές (Μένδη). Πολλές φορές αξιοποιούν και τον φυσικό βράχο ενσωματώνοντας τον στην κατασκευή τους (Άφυτις, Μένδη). Κατά την κλασική εποχή συντελείται μια αλλαγή στην οργάνωση των πόλεων. Εφαρμόζονται οι νέες αρχές του ιπποδάμειου συστήματος με φαρδιές οδούς που τέμνονται κάθετα μεταξύ τους και με μεγάλες οικίες, που διαθέτουν ευρύχωρα δωμάτια. Η εικόνα αυτή έχει αποτυπωθεί πολύ χαρακτηριστικά στην πόλη της Μένδης, ενώ διαφαίνεται στη Σκιώνη και στην Άφυτι . Κατά την ελληνιστική εποχή τυπικό παράδειγμα της νέας πολεοδομικής οργάνωσης αποτελεί η Κασσάνδρεια. Τις γνώσεις μας για τις αποικίες της Παλλήνης έρχεται να συμπληρώσει η ανασκαφή των νεκροταφείων τους. Συγκεκριμένα ερευνήθηκαν τμήματα των νεκροταφείων της Άφυτις, του Πολύχρονου, της Σκιώνης και της Μένδης. Και τα τέσσερα χρονολογούνται στα αρχαϊκά με κλασικά χρόνια.
Στη Μένδη και τη Σκιώνη τα τμήματα που ανασκάφθηκαν περιελάμβαναν μόνο παιδικές ταφές. Παιδικές ταφές κυριαρχούν και στο Πολύχρονο, ενώ εμφανίζονται και λίγες ταφές ενηλίκων. Όσον αφορά στην οργάνωσή τους παρατηρούμε ότι οι ταφές τοποθετούνται σε συστάδες στην Άφυτι και το Πολύχρονο, ενώ στη Σκιώνη σε παράλληλες σειρές. Μάλιστα στη Σκιώνη λόγω της κλίσης του εδάφους κατασκευάστηκαν άνδηρα πάνω στα οποία ανοίχτηκαν οι τάφοι. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Μένδης, όπου οι ταφές προσανατολίζονται παράλληλα με τη θάλασσα, όπως στην Άκανθο και στην Αγία Παρασκευή. Σε όλα τα νεκροταφεία εμφανίζονται τάφοι λακκοειδείς και κιβωτιόσχημοι, ενώ στις τρεις περιπτώσεις (Πολύχρονο, Σκιώνη, Μένδη) και εγχυτρισμοί. Όμως, κάθε αποικία παρουσιάζει και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στην Άφυτι συναντάμε και ταφές σε σαρκοφάγους, ενώ ξεχωριστό γνώρισμά της είναι η επιτόπια καύση του νεκρού και ο ενταφιασμός του σε λάκκο. Στο νεκροταφείο της Σκιώνης οι κιβωτιόσχημοι τάφοι αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, καθώς πρόκειται για λάκκους που επενδύονται με πήλινες πλάκες.
Ξεχωριστής αναφοράς χρήζουν οι εγχυτρισμοί. Τα ταφικά αγγεία στερεώνονται με αργούς λίθους και τα στόμιά τους κλείνουν με λίθο, όστρακο, πήλινο πώμα ή πηλό. Στην περίπτωση του Πολύχρονου λιθοσωρός κάλυπτε το στόμιο των αγγείων. Τα ταφικά αγγεία από τη Μένδη παρουσιάζουν στο σχήμα και στη διακόσμηση έντονες επιρροές από τις Κυκλάδες, την Ερέτρια, την Αιολίδα και την Κόρινθο, ενώ στα αντίστοιχα του Πολύχρονου εμφανής είναι η επίδραση της βορειοδυτικής Μ. Ασίας. Οι τάφοι που ερευνήθηκαν ήταν πλούσια κτερισμένοι με εξαίρεση τη Μένδη. Μάλιστα στο Πολύχρονο και στη Σκιώνη κτερίσματα εντοπίστηκαν και έξω από τις ταφές. Πρόκειται, πιθανώς, για ένα ταφικό τελετουργικό κατά το οποίο οι συγγενείς μετά τον ενταφιασμό του νεκρού συνήθιζαν να πετούν στον τάφο αγγεία και ειδώλια. Τέλος, στο νεκροταφείο του Πολύχρονου εμφανίζεται και ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Μεταξύ των τάφων εντοπίστηκαν μεγάλες πυρές και σωροί αγγείων, που σχετίζονταν με την προσφορά εναγισμών στους νεκρούς.
Η τοπογραφική προσέγγιση των αποικιών στη χερσόνησο της Παλλήνης ολοκληρώνεται με τον εντοπισμό των ιερών, που φαίνεται ότι υπάγονταν στην επικράτεια τους. Όσον αφορά στην Ποτίδαια από τις αρχαίες πηγές πληροφορούμαστε την ύπαρξη ναού του Ποσειδώνα, η θέση του οποίου δεν έχει ακόμα εντοπιστεί με βεβαιότητα. Επίσης, οι ανασκαφές έφεραν στο φως έξω από το νότιο τείχος της Ποτίδαιας πιθανώς ένα ιερό της Δήμητρας, το οποίο δεν αναφέρεται στις αρχαίες πηγές και του οποίου η ταύτιση δεν είναι ακόμα ασφαλής. Στην επικράτεια της Άφυτις υπάγονταν τα φημισμένα ήδη από την αρχαιότητα ιερά του Διονύσου και του Άμμωνα Δία, που εντοπίστηκαν ανασκαφικά στην περιοχή της Καλλιθέας, ενώ φαίνεται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε λατρεία των Νυμφών και των Θεσμοφόρων θεών. Στο Ποσείδι, δίπλα στη Μένδη, ανασκάφθηκε ιερό του Ποσειδώνα και στη Σάνη ιερό της Άρτεμης, για τα οποία, όμως, απουσιάζουν οι αρχαίες μαρτυρίες. Παράλληλα, από αναθηματική επιγραφή πληροφορούμαστε την ύπαρξη ιερού του Απόλλωνα Καναστραίου, το οποίο αναζητείται στην περιοχή της Θεράμβου και για το οποίο μόνο έμμεσες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε από τις αρχαίες πηγές.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι από τις αρχαίες πηγές στοιχεία παρέχονται μόνο για τα ιερά του Διονύσου (Ξενοφών, Ε, 3, 19) και του Άμμωνα Δία (Παυσανίας, ΙΠ, 18,3) στην Άφυτι και για το ναό του Ποσειδώνα στην Ποτίδαια (Ηρόδοτος, Η, 129), ενώ αφήνονται υπόνοιες για την ύπαρξη ιερού στο ακρωτήριο Καναστραίο (Σκύλαξ, Περίπλους 66). Για τα υπόλοιπα ιερά της χερσονήσου οι πηγές σιωπούν. Εντύπωση, μάλιστα, προκαλεί το γεγονός ότι το ιερό του Ποσειδώνα στο Ποσείδι, ενώ φαίνεται ότι ήταν από τα παλαιότερα ιερά της Παλλήνης -η λατρεία στο χώρο του ξεκινά από τα τέλη της μυκηναϊκής περιόδου και συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια-, δεν αναφέρεται από κανέναν αρχαίο συγγραφέα.
Ελπίζουμε οι νέες ανασκαφικές έρευνες να φωτίσουν καλύτερα την τοπογραφική οργάνωση των αποικιών της χερσονήσου της Παλλήνης και να δοθούν οι ζητούμενες απαντήσεις.

Χάρτες

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου


Αρχαία Άφυτις (Άφυτος (Άθυτος))

Πληροφορίες

Ο ναός είναι λιθόκτιστος και στην τοιχοδομία του διακρίνονταν (πριν από την επίχριση της) μεγάλοι γωνιόλιθοι προερχόμενοι από αρχαιότερα κτήρια. Η μεγάλη και ισχυρή κόγχη, πάχους 1,25 μ., οι παλαιότερες οικοδομικές φάσεις που εντοπίσθηκαν κάτω από το σημερινό δάπεδο του ναού με δοκιμαστικές τομές των Αρχαιολόγων, και οι τοιχοποιίες που αποκαλύπτει το κύμα, αραιά και που, στην ακτή δίπλα στον ναό, δηλώνουν ότι το σημερινό κτίσμα κατέλαβε την θέση κάποιου άγνωστου ερειπωμένου παλαιοχριστιανικού ναού.
Το εσωτερικό του ναού ήταν κατάγραφο με τοιχογραφίες, από τις οποίες σώζεται, ακόμη, ένα σημαντικό τμήμα. Αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης της αρχαιολόγου κ. Λήδας Τόσκα-Ζαχάρωφ, η οποία τις δημοσίευσε στο Παράρτημα του περιοδικού «Χρονικά της Χαλκιδικής», που περιέχει τα Πρακτικά του Α' Πανελληνίου Συμποσίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Χαλκιδικής (Θεσσαλονίκη 1987).
Ελάχιστοι είναι πλέον οι τοιχογραφημένοι ναοί της Χαλκιδικής. Η ασύλληπτη στην έκτασή της καταστροφή του 1821 μας στέρησε και από τα πάμπολλα εκκλησιαστικά μνημεία που ήσαν διεσπαρμένα στην προεπαναστατική Χερσόνησο.
Έχοντας υπόψη ότι στην Παναγία Φανερωμένη που μας απασχολεί διατηρείται το μεγαλύτερο ποσοστό τοιχογραφιών, σε σχέση με το αρχικό σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι η σημασία του μνημείου είναι μεγάλη για την μελέτη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Χαλκιδική κατά τούς προεπαναστατικούς χρόνους.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα τού ναού έχει ως εξής :

Στον ανατολικό τοίχο τού Ιερού εικονίζεται η Ανάληψη με το Άγιο Μανδήλιον, η Φιλοξενία του Αβραάμ (δηλαδή η συμβολική παράσταση της Αγίας Τριάδος) και ο Ευαγγελισμός. Μέσα στην κόγχη βρίσκεται η Πλατυτέρα με τον Χριστό ως παιδίον και τους δύο «σεβίζοντες» αρχαγγέλους. Στον νότιο τοίχο, σώζονται μόνον οι παραστάσεις της Γεννήσεως, της Υπαπαντής και της Βαπτίσεως. Στον βόρειο τοίχο, η κρίση των αρχιερέων και η απόνιψη του Πιλάτου, (κατεστραμμένος ο «Ελκόμενος»), η Σταύρωση, ο ’Ενταφιασμός, ο «Λίθος» και η «εις Άδου Κάθοδος» (=η Ανάσταση). Οι παραστάσεις αυτές καταλαμβάνουν την άνω ζώνη- η κάτω ζώνη, που πρέπει να περιελάμβανε όρθιες μετωπικές μορφές, έχει καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά και σώζονται μόνον δύο από τα κεφάλια των αγίων που εικονίζονταν εκεί. Στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού εικονίζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου και από τα υπόλοιπα θέματα διατηρείται μόνον ο «Εμπαιγμός» και το κεφάλι ενός από τους αγγέλους της κάτω ζώνης οι οποίοι «φύλαγαν» την είσοδο του ναού. Στον νάρθηκα, πάνω από την είσοδο που οδηγεί προς τον κυρίως ναό, μέσα σε αβαθή κόγχη, εικονίζεται ένθρονη Θεοτόκος με αρχαγγέλους. Το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου τοίχου το κατελάμβανε η Δευτέρα Παρουσία, από την οποία σώζονται πολύ λίγα τμήματα.
Οι τοιχογραφίες της Φανερωμένης φαίνεται να είναι έργο ενός «λαϊκότροπου» ζωγράφου του τέλους του 16ου αιώνος, ο οποίος ακολουθεί την «παραδοσιακή» ζωγραφική της εποχής του, χωρίς όμως να αρνείται και κάποια καλλιτεχνικά δάνεια από τους μεγάλους διδασκάλους της κρητικής σχολής και της σχολής της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η αποσπασματική διατήρηση όμως των τοιχογραφιών δεν μας επιτρέπει να μορφώσουμε βεβαία άποψη για τις δυνατότητες και τις εμπειρίες του άγνωστου αυτού ζωγράφου. Επί πλέον η έλλειψη μελετών για τα υπόλοιπα τοιχογραφημένα μνημεία της Χαλκιδικής (τα οποία, σημειωτέον, φαίνεται να είναι προϊόντα δραστηριότητος που δεν απέχει πολύ από τον χρόνο που τοιχογραφήθηκε η Φανερωμένη) δεν μας επιτρέπει να έχουμε συγκριτική εικόνα του θέματος, με τα αντίστοιχα ενδεικτικά συμπεράσματα. Η συγκριτική μελέτη των τοιχογραφιών δεν αποκλείεται να μας δείξει ότι ο ζωγράφος της Φανερωμένης τοιχογράφησε και άλλους ναούς της Χαλκιδικής.
Η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης που βρίσκεται στο εικονοστάσιο του ναού έχει καταστραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου. Ήταν ζωγραφισμένη με την τεχνική της νωπογραφίας («φρέσκο»), όπως και οι τοιχογραφίες του ναού, στο επίχρισμα που κάλυπτε την επιφάνεια μιας βάσης αρχαίου αγάλματος που στήθηκε όρθια, μπηγμένη στη γη. Με το πέρασμα των αιώνων και τις επεμβάσεις των πιστών, το επίχρισμα και η τοιχογραφία εξαφανίστηκαν, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι υποδοχές των ποδιών του αρχαίου χάλκινου συμπλέγματος που στηριζόταν στην βάση, όταν αυτή βρισκόταν στην θέση της. Η αποκάλυψη έγινε αρκετά νωρίς, ώστε να δημιουργηθεί η χαριτωμένη λαϊκή ερμηνεία για τις πατημασιές του τούρκου που προσπαθούσε να βυθίσει το επιπλέον στην θάλασσα μάρμαρο-εικόνα, πατώντας πάνω του.
Εκτός από το μάρμαρο που αναφέραμε, στο ναό υπάρχει εντοιχισμένο και ένα άλλο ενδιαφέρον αρχαίο λείψανο- πρόκειται για επιτύμβιο μνημείο του 2ου η του 3ου αιώνα μ. X., που είχε τοποθετηθεί στον τάφο ενός παιδιού, του Μάρκου Ιουλίου. Σύμφωνα με την, δυσανάγνωστη, επιγραφή που είναι χαραγμένη στο μάρμαρο, ο τάφος κατασκευάστηκε από κάποιον ιερέα(;) που ονομαζόταν Μάρκος Ιούλιος Φήλιξ, για να ταφεί σ’ αυτόν ο (εγγονός του;) Μάρκος Ιούλιος με την παραμάνα του. Στον ίδιο τάφο προγραμμάτιζε να ταφεί και ο παππούς. Η επιγραφή κλείνει με ένα εξάστιχο ποίημα με το οποίο ο παππούς θρηνεί τον χαμό τού νεαρού εγγονού του(;). Τα δύο μάρμαρα, θα πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι προέρχονται από την γειτονική αρχαία Σκιώνη.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μας τον ναό της Φανερωμένης ως ένα σύνολο, μπορούμε να πούμε ότι σ’ αυτόν περικλείεται και μ’ αυτόν εμφανίζεται Ιστορία του τόπου διαρκείας δύο χιλιάδων ετών.
Η παράδοση για το ξωκλήσι λέει ότι, το 16ο αι. ένας χωρικός της περιοχής είδε ένα φως στη θάλασσα να πλησιάζει στην ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για πειρατικό καράβι, επέστρεψε στο χωριό να ειδοποιήσει τους συγχωριανούς του. Το πρωί, όταν το φως έφτασε στην ακτή, είδαν ότι ήταν ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο, με την Παναγία ζωγραφισμένη πάνω του, που επέπλεε στη θάλασσα. Οι χωριανοί εντυπωσιάστηκαν από το θαύμα και ζήτησαν από τον Τούρκο μπέη της περιοχής να τους επιτρέψει να χτίσουν ένα εκκλησάκι για να στεγάσουν την εικόνα. Αυτός όμως αρνήθηκε, έριξε κάτω την εικόνα και άρχισε να την ποδοπατά. Η εικόνα έγινε ξαφνικά μαλακή σαν πηλός και παγίδεψε τα πόδια του μπέη, μη αφήνοντάς τον να ξεφύγει. Τότε ο μπέης μετάνιωσε, και ζητώντας συγνώμη επέτρεψε να χτιστεί το εκκλησάκι αυτό.
Το συγκεκριμένο εκκλησάκι υπάγεται στο Πατριαρχείο και στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας έξω από τη Θεσσαλονίκη. Τηλέφωνο Ιεράς Μονής: +302396022440.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΝΗΜΕΙΟΥ

Ονομασία Μνημείου:
Ι. Ναός Παναγίας Φανερωμένης
Θέση: Περίπου 2 χιλιόμετρα ΝΑ της Νέας Σκιώνης
Τύπος Κήρυξης:Αρχαίο μνημείο
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Βυζαντινή/Μεταβυζαντινή
Φορέας Προστασίας: 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/52413/1207/15-10-1984, ΦΕΚ 891/Β/20-12-1984
Κείμενο: Xαρακτηρίζουμε τον I.N. Παναγίας Φανερωμένης, που βρίσκεται δύο περίπου χιλιόμετρα N.A. Του χωριού Nέα Σκιώνη Xαλκιδικής, ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, γιατί πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους ναούς της Xαλκιδικής που διατηρεί τοιχογραφίες του 17ου αιώνα.

Φωτογραφίες-Σχεδιαγράμματα

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ :

Ιωακείμ Παπάγγελλος
Οικονομολόγος-Αρχαιολόγος (10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων)
Λήδα Τόσκα-Ζαχάρωφ
10η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ:
Μιλτιάδης Πολυβίου - Αρχιτέκτων
Kασσάνδρα
Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου