Ancient Kassandra Sign

Αρχαιολογικοί Χώροι Κασσάνδρας (Ανασκαφές)
Kassandra's Archaeological Sights (Excavations)

Επισκέψιμοι Αρχαιολογικοί Χώροι Κασσάνδρας
Monday, August 31, 2020
Ιερό του Άμμωνα Δία Αφύτου (Καλλιθέα) GPS: 40.076988, 23.448671
Ιερό του Διονύσου & Νυμφών (Καλλιθέα) GPS: 40.076679, 23.448814
Ιερό του Ασκληπιού (Καλλιθέα) GPS: 40.077438, 23.448387
Ιερό του Ποσειδώνα Μένδης (Ποσείδι) GPS: 39.958606, 23.365908
Αρχαία Μένδη (Καλάνδρα) GPS: 39.963734, 23.422442
Νεκροταφείο Αρχαίας Μένδης (Καλάνδρα) GPS: 39.966396, 23.426866
Αρχαία Σκιώνη (Νέα Σκιώνη) GPS: 39.936708, 23.563815

Sanctuary of Ammon Zeus
Sanctuary Poseidon
Sanctuary Dionysus
SanctuaryAsklepios
Ancient Kassandra Sign

Αρχαία Άφυτις (Άφυτος (Άθυτος))
Ancient Afytos

Ancient Afytos
Άφυτις Οχυρωματικό
Monday, August 31, 2020
Η αρχαία Άφυτις εντοπίζεται στη θέση του σημερινού οικισμού Άθυτος στη χερσόνησο Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Και μόνο η διατήρηση του αρχαίου ονόματος αλλά και το πλούσιο, διάσπαρτο οικοδομικό υλικό μέσα στο σύγχρονο χωριό οδήγησε αβίαστα τους ερευνητές στην ταύτιση της αρχαίας Αφύτου με την Άθυτο. Η Άφυτις περιλαμβάνεται μέσα στις πόλεις που απαριθμεί ο Ηρόδοτος, οι οποίες έστειλαν ενισχύσεις στον Ξέρξη, όταν ο περσικός στόλος προσορμίσθηκε στο Καναστραίο. Η μέχρι στιγμής έρευνα είναι γενικά περιορισμένη και δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια τα όρια της αρχαίας πόλης. Γύρω από το λόφο Κουτσόμυλο που δεσπόζει δίπλα στη θάλασσα και όπου έχει εντοπιστεί εγκατάσταση προϊστορικών χρόνων, απλώνεται η αρχαία πόλη, το ανατολικό όριο της οποίας πρέπει να ορίζεται από μία απότομη κλιτύ, ενώ ανάλογη αλλά ομαλότερη διαμόρφωση του εδάφους φαίνεται να ορίζει και το δυτικό όριο της πόλης. Το αρχαϊκό και κλασικό νεκροταφείο εκτείνεται στα δυτικά ενώ σωστικές ανασκαφές μέσα στον οικισμό έχουν φέρει στο φως διάφορα οικοδομικά λείψανα. Κατά μήκος της ανατολικής κλιτύος, ΝΑ του Κουτσόμυλου, ακριβώς εκεί που το έδαφος κατηφορίζει με πολύ απότομη κλίση προς τη θάλασσα, η Α. Ρωμιοπούλου αποκάλυψε τμήματα τοίχου κλασικών χρόνων και πάχους 2-3 μ., τον οποίο χαρακτηρίζει ως οχυρωματικό-αναλημματικό. Ο τοίχος ήταν θεμελιωμένος πάνω στο φυσικό βράχο, ακολουθώντας προφανώς την κλίση του εδάφους. Η Ρωμιοπούλου αναφέρει ότι πρόκειται για τοίχο αποτελούμενο από ορθογώνιους πελεκημένους λίθους, ωστόσο στο σχέδιο και στη φωτογραφία που δημοσιεύονται φαίνεται να εμφανίζει ένα μεικτό σύστημα δόμησης από μικρούς αργούς ή ελάχιστα δουλεμένους λίθους και από ορθογώνιους αδρά δουλεμένους λίθους σε ανισοϋψείς σειρές, στα ενδιάμεσα κενά των οποίων τοποθετούνται μικρότεροι λίθοι. Η ανασκαφέας επισημαίνει ότι ο τοίχος εκτεινόταν σε αρκετά μεγάλη έκταση, με βάση τις θέσεις που βρέθηκαν τα σωζόμενα τμήματά του αλλά δεν δίνει ένα συνολικό μήκος. Το εάν πρόκειται για τμήμα του ανατολικού οχυρωματικού περιβόλου της κλασικής πόλης ή για μία αναλημματική κατασκευή, είναι κάτι που δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί με βάση τις πληροφορίες που διατίθενται και χωρίς περαιτέρω έρευνα.

Άφυτις Ανασκαφές
Monday, August 31, 2020
Εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες που έχουν διενεργηθεί στη σημερινή Άφυτο, ανέδειξαν ένα πυκνό σύστημα κατοίκησης κλασικών χρόνων, βόρεια, δυτικά και νοτιοδυτικά του Κουτσόμυλου. Επίσης, στο φως έχει έρθει ένα μέρος του εκτεταμένου νεκροταφείου της πόλης, το οποίο εντοπίστηκε δυτικά της Αφύτου. Παρατηρούνται, ακόμη, ίχνη οχύρωσης, μια μεγάλη αμυντική τάφρος (η Λάκκα), καθώς και οικοδομικά λείψανα λιμενικών εγκαταστάσεων στην παραλία της Αφύτου.
Οι αρχαίες οικίες ήταν πετρόκτιστες, περιελάμβαναν ευρύχωρα δωμάτια με εστία, χώρους αποθήκευσης, μαγειρικής και υγιεινής. Οι ιδιαίτερα πλούσιοι τάφοι του 6ου, 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. φανερώνουν την ύπαρξη μιας εύρωστης αστικής τάξης. Τα κυριότερα κτερίσματα των τάφων ήταν αγγεία (μελανόμορφα, ερυθρόμορφα, μελαμβαφή), ειδώλια και προτομές, χάλκινα σκεύη και κοσμήματα.
Οι λιμενικές εγκαταστάσεις, καθώς και ο μεγάλος αριθμός των προϊόντων εισαγωγής από την Αττική, την Κόρινθο, την Ιωνία, που βρέθηκε στις ανασκαφές, μαρτυρούν τις εμπορικές δραστηριότητες και τις πολιτιστικές επαφές των κατοίκων της αρχαίας πόλης με το Αιγαίο και τη Μεσόγειο.
Έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά, ότι γύρω στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. ένας καταστρεπτικός σεισμός προκάλεσε την κατάρρευση των περισσοτέρων κτηρίων της αρχαίας Αφύτου, γεγονός που συνέβαλε αποφασιστικά στην παρακμή της πόλης.
Η ανασκαφή της πόλης ξεκίνησε στην ουσία το 1999 και συνεχίζεται κατά διαστήματα μέχρι σήμερα. Όπως είπαμε ο σωστικός χαρακτήρας των ανασκαφών, δεν βοήθησε στη δημιουργία ενός ενιαίου ανασκαφικού πλάνου της πόλης, αλλά αντ' αυτού γινόταν ανασκαφή οικοπέδων που προοριζόταν για ανοικοδόμηση. Σίγουρα είναι μεγάλο ατύχημα το γεγονός ότι η αρχαία Άφυτος βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη Άφυτο, καθώς η ανασκαφή είναι αναγκασμένη να ακολουθήσει τους περιορισμούς του ρυμοτομικού συστήματος της σύγχρονης εποχής. Ωστόσο προέκυψαν σημαντικά στοιχεία, ικανά να καλύψουν ένα μεγάλο κενό όσον αφορά την ιστορία της πόλης.
Αξιόλογο εύρημα είναι ένα ανάγλυφο με τον Στάφυλο και μια γυναικεία θεότητα μάλλον τη Δήμητρα, που βρίσκεται στη γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης. Τα παλαιότερα ευρήματα ανήκουν στην νεολιθική περίοδο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες ηλικιωμένων, Ιταλός αρχαιοκάπηλος ανέσκαψε τάφους στους οποίους βρήκε χρυσά Μυκηναϊκά ευρήματα. Ο ίδιος αρχαιοκάπηλος είναι αυτός που φυγάδευσε εκτός Ελλάδας το ανάγλυφο της Κοπεγχάγης.

H αρχαϊκή κεραμική από το νεκροταφείο της αρχαίας Αφύτου
Monday, August 31, 2020
Οι σωστικές ανασκαφές των τελευταίων χρόνων στο σημερινό χωριό της Αθύτου στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, όπου εντοπίζεται η αρχαία, πιθανόν ερετριακή, αποικία Άφυτις, έφεραν στο φως τμήματα του οικισμού και του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης. Τα περισσότερα κτηριακά κατάλοιπα που έχουν αποκαλυφθεί είναι οικίες του 4ου αιώνα π.Χ. Σε μία μόνο σωστική ανασκαφή, στους πρόποδες του λόφου Κουτσόμυλου, όπου βρίσκεται η παλιότερη προϊστορική εγκατάσταση και ο αρχικός πυρήνας της αποικίας, έχουν εντοπιστεί δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων. Οι τάφοι που έχουν ερευνηθεί, συνολικά γύρω στους 170, χρονολογούνται από τον 6ο μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Παρά τον σημαντικό αριθμό των σωστικών ανασκαφών και τη συστηματική παρακολούθηση των εκσκαφών σε διάφορα σημεία του αρχαιολογικού χώρου δεν έχουν εντοπιστεί ακόμα νεκροταφεία που να συνδέονται με τη γεωμετρική και την πρώιμη αρχαϊκή εγκατάσταση.
Ο παλιότερος αρχαϊκός τάφος που έχει μέχρι τώρα εντοπιστεί, μπορεί να χρονολογηθεί στο β' τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. από τον αρύβαλλο της υστεροκορινθιακής περιόδου που περιέχει, ενώ λίγο νεότερος, των μέσων του 6ου αιώνα, είναι ο τάφος στον οποίο βρέθηκε ο μοναδικός χιώτικος κάλυκας του νεκροταφείου της Άφυτης. Λίγοι τάφοι με κοινότυπα κορινθιακά αγγεία, κυρίως αρυβάλλους με τετράφυλλο κόσμημα, ανήκουν στο γ' τέταρτο του 6ου αιώνα. Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα εντάσσονται τάφοι που χρονολογούνται με σχετική ακρίβεια από τα αττικά μελανόμορφα και μελαμβαφή αγγεία, ως επί το πλείστον κύλικες και ληκύθους, όπως ένας τάφος που περιέχει μία μελανόμορφη και μία μελαμβαφή κύλικα, καθώς και κορινθιακά αγγεία. Ένας μόνο χιώτικος κάλυκας, η χία κύλιξ που αναφέρει ο Αθήναιος, βρέθηκε στην Άφυτη. Το αγγείο αυτό, με το ιδιόρρυθμο σχήμα και το διακριτό λευκό επίχρισμα είναι το χαρακτηριστικό σχήμα του χιώτικου εργαστηρίου. Από την παραγωγή αυτού του εργαστηρίου είναι το πιο διαδεδομένο αγγείο στα νεκροταφεία της Μακεδονίας. Μερικοί από τους τάφους αποδείχθηκαν εξαιρετικά πλούσιοι σε κτερίσματα, με πληθώρα προϊόντων του αθηναϊκού Κεραμικού. Πρόσφατα, σε έναν τάφο που περιείχε 53 κτερίσματα, ανάμεσά τους 48 αττικά μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, βρέθηκε μια ερυθρόμορφη λήκυθος του ζωγράφου του Πανός. Στο σώμα της ληκύθου απεικονίζεται ο Ερμής να φονεύει τον Άργο.

Ειδώλια ταφικών συνόλων του 4ου αιώνα π.Χ. από την αρχαία Άφυτι
Monday, August 31, 2020
Τα ειδώλια προέρχονται από κλειστά ταφικά σύνολα του νεκροταφείου της Άφυτις, μιας αρχαίας πόλης η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των γραπτών πηγών και της αρχαιολογικής έρευνας, ιδρύθηκε από τους Ερετριείς γύρω στο 800 π.Χ. στην περιοχή της σημερινής Αθύτου στη χερσόνησο της Κασσάνδρας Χαλκιδικής.
Οι ανασκαφές των τελευταίων χρόνων στον παραδοσιακό οικισμό της Αθύτου έφεραν στο φως τμήματα του πολεοδομικού ιστού της αρχαίας πόλης, που εκτείνεται σε ύψωμα, πάνω από τον Τορωναίο κόλπο, και του νεκροταφείου της που εντοπίζεται στην αγροτική περιοχή του σημερινού χωριού. Η πόλη καταστρέφεται σχεδόν ολοκληρωτικά στην τελευταία δεκαπενταετία του 4ου αιώνα π.Χ. από σεισμό και έκτοτε το μεγαλύτερο μέρος του αστικού της χώρου δεν ξανακατοικείται.
Τα νεώτερα τμήματα του νεκροταφείου της αρχαίας πόλης τοποθετούνται στον 4ο αιώνα π.Χ., εποχή κατά την οποία η συνήθεια να τοποθετούν σε τάφους ειδώλια είναι αρκετά διαδεδομένη. Την ίδια εποχή συνηθίζεται τα παιδιά να ενταφιάζονται και οι ενήλικες να καίγονται σε ορθογώνιους μακρόστενους λάκκους. Επειδή μαζί με τους νεκρούς καίγονταν και τα κτερίσματά τους, πολλά από τα ειδώλια καθώς και τα άλλα κεραμικά ευρήματα βρέθηκαν μαυρισμένα και σε κακή κατάσταση διατήρησης.
Είναι γνωστό ότι η χρονολόγηση των ειδωλίων είναι ένα δύσκολο ζήτημα, εφόσον οι μήτρες με τις οποίες κατασκευάζονται χρησιμοποιούνται για μεγάλο διάστημα. Πολύ συχνά καινούργιες μήτρες δημιουργούμενες από υπάρχοντα ειδώλια αναπαράγουν παλιούς τύπους, οι οποίοι έτσι επιβιώνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, η χρονολόγηση των τύπων στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο καλλιτεχνικό στιλ, ενώ η διάρκεια της χρήσης τους σε τοπικό επίπεδο μπορεί να πιστοποιηθεί από τα ανασκαφικά δεδομένα της κάθε περιοχής. Ειδικότερα, η χρονολόγηση των ειδωλίων του 4ου αιώνα π.Χ. της Άφυτις παρουσιάζει δυσκολίες, επειδή τα αγγεία -τα κυρίως χρονολογήσιμα ευρήματα- που βρίσκονται μαζί με τα ειδώλια στους τάφους είναι είδη μαζικής παραγωγής που διατηρούν τον τυπο τους για μεγάλο διάστημα. Ωστόσο, μια κατά προσέγγιση χρονολογική τοποθέτηση των τάφων είναι εφικτή και βοηθά στη χρονολογική ταξινόμηση των ειδωλίων.
Τα ειδώλια της Άφυτις είναι προτομές, όρθιες και καθιστές μορφές, πτηνά, φρουτα. Τα ειδώλια της Άφυτις εκπροσωπούν μια ποικιλία τάσεων στην κοροπλαστική του 4ου αιώνα π.Χ., οι οποίες είναι κοινές στον ελληνικό χώρο. Στην ομάδα όρθιων και καθιστών μορφών με αυστηρές μετωπικές, επίσημες ιερατικές στάσεις είναι εμφανής η προσήλωση σε τύπους της παράδοσης του 5ου αιώνα π.Χ. Η τάση αυτή επικρατεί μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα, συνεχίζεται όμως και στο τρίτο τέταρτο. Ακολουθώντας, άλλωστε, αυτά τα συντηρητικά πρότυπα και αντανακλώντας ένα κόσμο «θείας προσωποποίησης» φαίνεται ότι και εικονογραφικά η κοροπλαστική αποδίδει μορφές θεϊκές, απόμακρες, συνήθως χωρίς σύμβολα, με στάσεις αυστηρά μετωπικές, οι οποίες όμως λόγω της παρουσίας τους στον τάφο μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν χθόνιο χαρακτήρα. Το θεματολόγιο βέβαια αυτής της εποχής περιλαμβάνει και όρθιες θνητές αναθέτριες, επίσης σε αυστηρά μετωπική στάση.
Η δεύτερη τάση, που αντανακλά τα χαρακτηριστικά του αθηναϊκού κοροπλαστικού εργαστηρίου του πρώτου μισού του 4ου αιώνα, εκπροσωπείται κυρίως από το σύμπλεγμα Αφροδίτης-Έρωτα, αλλά και της καθιστής γυναίκας σε χαλαρή στάση και εμφανίζεται στην Άφυτι στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα Τα παλαιά ιερατικά ειδώλια έχουν μετεξελιχθεί κάτω από την επίδραση της μνημειακής γλυπτικής του λεγόμενου «πλούσιου ρυθμού». Εμφανίζονται τώρα μορφές καλλίγραμμες, σε χαλαρή στάση, ντυμένες με αραχνοΰφαντα ενδύματα που προβάλλουν την ομορφιά του γυναικείου σώματος.
Στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται επίσης μια σειρά όρθιων ειδωλίων γυναικείων μορφών, που είτε προαναγγέλλουν τις λεγόμενες Ταναγραίες των ελληνιστικών χρόνων είτε εντάσσονται στο πρώιμο στιλ τους. Είναι κοινά αποδεκτή η άποψη ότι το στιλ της Τανάγρας επινοήθηκε σε αθηναϊκό εργαστήριο στη δεκαετία 340-330 π.Χ. και στη συνέχεια διαδόθηκε ταχύτατα στη Βοιωτία, την Αλεξάνδρεια, τη νότια Ιταλία, τη Μικρά Ασία. Επηρεάστηκε από τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα και τους τύπους της γλυπτικής των μέσων του 4ου αιώνα Η όρθια γυναικεία μορφή ξεφεύγει από τη μετωπικότητα, αναπτύσσει μεγαλύτερη ελευθερία και κίνηση. Η διαφοροποίηση της στάσης ακολουθείται από την αλλαγή στον τρόπο απόδοσης του ενδύματος. Τώρα το ιμάτιο, τυλιγμένο γύρω από τη μορφή, αν και εξαφανίζει το σώμα, προβάλλει το περίγραμμά του, ενώ οι βαθιές αυλακώσεις με τις οποίες αποδίδονται οι πτυχώσεις των ρούχων παράγουν πολύπλοκες φωτοσκιάσεις.
Τα ειδώλια της Άφυτης με την πλούσια πτυχολογία των ενδυμάτων και τις περίτεχνες κομμώσεις που προσανατολίζονται σε πιο χαλαρές στάσεις αντικατοπτρίζουν αυτές τις τάσεις και μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι εμπνεύσεις του αττικού εργαστηρίου, ή
ότι δέχονται επιδράσεις από αυτό. Μολονότι παρουσιάζουν τύπους συγγενικούς αποτελούν πρωτότυπες συνθέσεις που δεν αντιγράφουν πιστά τα πρότυπα τους. Το 2004 κατά την ανασκαφή σε στρώμα καταστροφής ενός σπιτιού της Άφυτης του 4ου
αι. π.Χ. βρέθηκε μια μήτρα ειδωλίου που παρίστανε πετεινό. Το 2007 σε ανασκαφή τμήματος του αρχαίου νεκροταφείου, σε έναν παιδικό τάφο βρέθηκαν δύο ειδώλια πετεινών που προέρχονται από μια μήτρα παρόμοια με αυτή που βρέθηκε στον οικισμό.
Η εύρεσή τους αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι στην αρχαία Άφυτη λειτουργούσε τουλάχιστον στον 4ο αι. π.Χ. κοροπλαστικό εργαστήριο. Άλλωστε η ενασχόληση των κατοίκων της με την επεξεργασία του πηλού και την παραγωγή πήλινων αγγείων βεβαιώνεται από πλήθος αμφορέων, σε τρία δείγματα των οποίων αναγνωρίζεται η σφραγίδα Αφυταίου κεραμέα.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Monday, August 31, 2020
Δρ. Βασιλική Μισαηλίδου-Δεσποτίδου
(Διευθύντρια Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Μακεδονικών και Θρακικών Σπουδών)

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
Sunspot Web Design - 63077 Κασσάνδρεια Τηλ. +302374023330

Ταυτότητα Μνημείων Αφύτου
Monday, August 31, 2020
Αρχαιολογικός χώρος Αφύτου. Ρωμαϊκό νεκροταφείο.
Είδος Μνημείου: Νεκρικοί Χώροι και Μνημεία, Αρχαιολογικές Θέσεις
Χρονική Περίοδος: Ρωμαϊκή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/61143/3643 π.ε./10-1-2000, ΦΕΚ 54/Β/26-1-2000

Αρχαιολογικός χώρος στη θέση Αγία Λαύρα Αφύτου
Δημοτικό Διαμέρισμα Αφύτου, θέση Αγία Λαύρα. Παρά το εξωκκλήσιο της Αγίας Λαύρας εντοπίζεται μεγάλος οικισμός της ρωμαϊκής περιόδου.
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις, Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Ρωμαϊκή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/61143/3643 π.ε./10-1-2000, ΦΕΚ 54/Β/26-1-2000

Άθυτος. Τομέας Α΄ του οριοθετημένου τμήματος του οικισμού
Xαρακτηρίζουμε ως παραδοσιακό οικισμό τον τομέα A΄ του οικισμού Aθύτου.
Τύπος Κήρυξης: αρχαιολογικός χώρος, νεώτερο μνημείο
Είδος Μνημείου: Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Νεοελληνική
Φορέας Προστασίας: ΕΝΜ Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη) & ΥΠΕΧΩΔΕ (Αθήνα)
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΠΔ 29-3-1995, ΦΕΚ 248/Δ/18-4-1995

Άθυτος. Παλαιοχριστιανικός ερειπιώνας Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Aφύτου
Kηρύσσεται ο παλαιοχριστιανικός ερειπιώνας του Aγ. Nικολάου της Aφύτου Xαλκιδικής ως αρχαιολογικός χώρος με ζώνη προστασίας ακτίνας 150μ. γύρω από το εξωκκλήσι του Αγίου Nικολάου.
Πρόκειται για κτίσμα του 19ου αι. διαστάσεων 4X9μ. το οποίο θεμελιώθηκε σε τοιχοποιϊα ερειπωμένου παλαιοχριστιανικού κτιριακού συγκροτήματος.
Τύπος Κήρυξης: αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Ιεροί Ναοί Χριστιανικοί, Θρησκευτικοί Χώροι
Χρονική Περίοδος: Πρωτοχριστιανική
Φορέας Προστασίας: 10η ΕΒΑ (Πολύγυρος)
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ35/29029/693/18-8-1995, ΦΕΚ 758/Β/1-9-1995

Φωτογραφίες-Χάρτες-Σχέδια (Ευρήματα Ανασκαφών)
Ανασκαφές Αφύτου 1997-2007
Ancient Kassandra Sign

Αρχαία Μένδη (Καλάνδρα)
Ancient Mendi

Ancient Mendi
ΑΡΧΑΙΑ ΜΕΝΔΗ
Monday, August 31, 2020
Σε μικρή απόσταση ΝΑ από το ακρωτήριο Ποσείδι - το αρχαίο Ποσείδιο - της Κασσάνδρας υψώνεται η αρχαία Μένδη. «Μένδη, πόλις εν τη Παλλήνη, Ερετριέων αποικία», γράφει ο Θουκυδίδης, δεν μας παραδίδεται όμως ούτε χρόνος ιδρύσεως, ούτε όνομα οικιστού. Υποθετικά οι σύγχρονοι ιστορικοί τοποθέτησαν την ίδρυση της στον 8ο αι. π.Χ., υπήρξαν όμως και μερικοί που υποστήριξαν ότι η έλλειψη πληροφοριών για την ίδρυση, θα πρέπει να θεωρηθεί στοιχείο παλαιότητας της αποικίας, ότι δηλαδή θα πρέπει να ιδρύθηκε σε χρόνους αρχαιότερους από τον 8ο αι. π.Χ., την εποχή καταγραφής των παλαιότερων ιστορικών γεγονότων από τους Έλληνες. Την άποψη αυτή στηρίζουν τα δεδομένα της ανασκαφής.
Το όνομά της η Μένδη οφείλει σε ένα αρωματικό φυτό, που ακόμη και σήμερα φυτρώνει στους αγρούς της, ένα είδος άγριου δυόσμου που ονομαζόταν μίνθη από τους Ερετριείς - στην Ερέτρια υπήρχε μάλιστα και δήμος Μινθούντος - ή μίνδη κατά τη μακεδονική προφορά, που είχε την ιδιομορφία να υποκαθιστά τους δασείς φθόγγους με τους μέσους. Ο παλιότερος τύπος του ονόματος της πόλης ήταν Μίνδη, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές στα πρώτα νομίσματα της πόλης του 6ου αι. π.Χ., όπου διαβάζεται το όνομα Μινδάον = των Μινδαίων. Το όνομα Μένδη επικρατεί από τον 5ο αι., ίσως υπό αττική επίδραση.
Στα νομίσματα της Μένδης του 5ου αι. εικονίζεται στον εμπροσθότυπο ο θεός του κρασιού Διόνυσος, καθισμένος πάνω σε όνο ή και μόνο του το ιερό διονυσιακό ζώο, ο όνος, και στον οπισθότυπο κλήμα με σταφύλια. Αργότερα, στον 4ο αι. π.Χ. εικονίζονται αμφορείς κρασιού ή ελικωτός κρατήρας στη μία όψη και στην άλλη κεφάλι νεαρού Διόνυσου. Όλες αυτές οι παραστάσεις ήταν τα λαλούντα σύμβολα της κύριας οικονομικής δραστηριότητας των κατοίκων της Μένδης, που ήταν η αμπελουργία και η εξαγωγή κρασιού μέσα σε ειδικού σχήματος αμφορείς. Ο «απαλός και λευκός» Μενδαίος οίνος ήταν περιζήτητος σε όλη τη Μεσόγειο και όχι μόνο για τα συμπόσια ο Ιπποκράτης τον συνιστά για ορισμένες παθήσεις.
Η Μένδη γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή τον 6ο και 5ο αι. π.Χ. το μαρτυρεί η διεθνής κυκλοφορία των ασημένιων νομισμάτων της που βρέθηκαν σε θησαυρούς στην Αίγυπτο, στον Τίγρη, στην Ιταλία. Ο Μένδιος όνος, όπως πιθανότατα ονομαζόταν το νόμισμα της Μένδης, έγινε φαίνεται εξαιρετικά δημοφιλής σ’ όλη την Ελλάδα, με αποτέλεσμα το ουσιαστικοποιημένο επίθετο Μένδιος να σημαίνει μέχρι και σήμερα το συμπαθητικό τετράποδο.
Συστηματική ανασκαφή στη Μένδη άρχισε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης το 1986. Η κυρίως πόλη εκτείνεται στο επίπεδο ξέφωτο ενός πευκόφυτου λόφου, που το ψηλότερο ΝΑ άκρο του ονομάζεται Βίγλα. Περιμετρικά διαγράφεται ένα ανάγλυφο φρύδι, που μαρτυρεί την ύπαρξη τείχους. Μία δοκιμαστική τομή αποκάλυψε πραγματικά τμήμα του τείχους, που σώζεται σε ύψος μισού μέτρου. Ελπίδες να βρεθούν καλύτερα διατηρημένα τμήματα είναι ελάχιστες, επειδή μέχρι πρόσφατα τα τείχη ήταν η πηγή οικοδομικού υλικού για τα γειτονικά χωριά.
Ο λόφος κατεβαίνει αρχικά με αρκετά έντονη κλίση προς τη θάλασσα, για να καταλήξει σε μία σχετικά επίπεδη παραθαλάσσια περιοχή, που ταυτίζεται με το Προάστειον της Μένδης, σύμφωνα με τα τοπογραφικά στοιχεία που αντλούμε από τον Θουκυδίδη. Τα θεμέλια των ακραίων οικοδομημάτων του Προαστείου, σκεπασμένα από την άμμο, συνεχίζονται και μέσα στη θάλασσα, ενώ στα ΝΑ το ξενοδοχείο Μένδη έχει κτιστεί πάνω στο αρχαϊκό νεκροταφείο και σε επιχώσεις γεωμετρικών χρόνων. Έτσι οι συνολικές διαστάσεις της αρχαίας πόλης ξεπερνούν σε μήκος τα 1.200 μέτρα και σε πλάτος τα 600 μέτρα.
Στο ψηλότερο σημείο της Μένδης, στη Βίγλα, που πολύ πιθανόν χρησίμευε και ως ακρόπολις, έσχατο δηλ. καταφύγιο, εξαιτίας του πολύ μικρού πάχους της επίχωσης και της σύγχρονης καλλιέργειας δεν σώθηκαν θεμέλια σπιτιών, εκτός από λίγα δείγματα στην περιφέρεια του πλατώματος. Ανασκάφηκαν όμως αρκετά αποθηκευτικά πιθάρια και λάκκοι. Το κύριο περιεχόμενο των λάκκων ήταν κεραμική που χρονολογείται από τον 12ο ως τον 7ο αι. π.Χ.: υστερομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική, ντόπια και εισαγμένη, ερετριακή, καθώς και άφθονα χειροποίητα.
Οι λάκκοι της Βίγλας είναι πολύ σημαντικοί για τη χρονολόγηση της πρώτης εγκατάστασης των αποίκων, που θα πρέπει να συνδεθεί με τον λεγόμενο πρώτο ιωνικό αποικισμό, το μεταναστευτικό δηλαδή κύμα του μυκηναϊκού κόσμου προς τις βορειοανατολικές ακτές του Αιγαίου.
Επιφανειακές ενδείξεις, αλλά και μία συστηματική στρωματογραφική έρευνα έδειξαν ότι από τους γεωμετρικούς χρόνους υπήρχε εκτεταμένη εγκατάσταση και στην παραλία.
Η σχετικά ολιγόχρονη έρευνα στη Μένδη έδειξε ότι οι Ερετριείς άποικοι είχαν δημιουργήσει μία καλά οργανωμένη πόλη τουλάχιστον από τον 7ο αι. π.Χ. Στο περιτειχισμένο πλάτωμα πάνω στο λόφο, εκτός από τις κατοικίες θα πρέπει να υπήρχαν τα δημόσια κτήρια και πιθανότατα κάποιος ναός στην ακρόπολη, στις νότιες πλαγιές του λόφου το πλούσιο προάστειον με τις λιμενικές εγκαταστάσεις και τις αποθήκες των αμφορέων κρασιού στην παραλία. Ανάμεσα στο νεκροταφείο ή και τις κατοικίες, στην παραλία, σειρά κλιβάνων κεραμικών και μεταλλευτικών, που δεν έχουν ακόμη ανασκαφεί, δηλώνουν τη θέση των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων. Στο νεκροταφείο, ερευνήθηκαν 241 συνολικά ταφές, κυρίως εγχυτρισμοί βρεφών και μικρών παιδιών, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου ως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ.
Από τη Μένδη καταγόταν ο αρχαίος κλασικός γλύπτης Παιώνιος, ο οποίος σμίλευσε τη Νίκη που στεκόταν μπροστά από την ανατολική πλευρά του ναού του Δία στην Ολυμπία (ανάθημα των Μεσσηνίων και των Ναυπακτίων για τη νίκη τους κατά των Σπαρτιατών μετά τη μάχη της Σφακτηρίας το 424 π.Χ.) και η οποία σήμερα εκτίθεται στο μουσείο της Ολυμπίας.
Η θέση της αρχαίας Μένδης στην περιοχή της Κοινότητας Καλάνδρας ταυτίστηκε από τον Leake τον 19ο αι., και επιβεβαιώνεται από τοπογραφικά στοιχεία των Θουκυδίδη και Λίβιου, την επιβίωση του τοπωνυμίου «Ποσείδι» στο γειτονικό ακρωτήρι, αλλά και από τα ανασκαφικά στοιχεία. Συστηματική ανασκαφική έρευνα στην αρχαία Μένδη διενεργήθηκε από το 1986-1994, από την ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών & Κλασσικών Αρχαιοτήτων υπό την εποπτεία της Ιουλίας Βοκοτοπούλου.
Η συνέχιση των ανασκαφών πιστεύεται ότι θα διαφωτίσει όλες τις περιόδους της ζωής μιας σπουδαίας πόλης της Χαλκιδικής, μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας τον 5ο αι. π.Χ., που ποτέ όμως δεν ανέπτυξε φιλοπόλεμη πολιτική, αλλά έγινε πασίγνωστη στην αρχαιότητα για την επίδοση των κατοίκων της στα έργα της ειρήνης.
Νέα στοιχεία για την ιστορία της πόλης έφερε στο φως η σωστική ανασκαφή που έγινε στο διάστημα 2002-08 σε παραθαλάσσιο οικόπεδο στα βορειοανατολικά του λόφου , όπου βρισκόταν ίσως ο πυρήνας της αρχαίας πόλης. Σε μια έκταση περίπου 850 τ.μ. αποκαλύφθηκε εργαστηριακό συγκρότημα με κλιβάνους και μικρότερες κατασκευές (φούρνους) της ύστερης αρχαϊκής περιόδου και μεγάλες εγκαταστάσεις κεραμικών εργαστηρίων της ύστερης κλασικής και κυρίως της ελληνιστικής περιόδου, όπου παράγονταν μεταξύ άλλων οι αμφορείς εμπορίας του περίφημου κρασιού της Μένδης.
Τον Ιούλιο του 1994, καταδυτικό  κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων ξεκίνησε υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα στα ακατοίκητα νησιά των Bορείων Σποράδων, έχοντας ως κύριο στόχο τον εντοπισμό πιθανών θέσεων αρχαίων ναυαγίων. Κατά το διάστημα αυτής της περιόδου εντοπίστηκε σε βάθος 35 μ. στη νήσο Kυρά Παναγιά, κλασικό  ναυάγιο με φορτίο από αμφορείς του 5ου αι. π.X., το οποίο προέρχεται απ' την αρχαία πόλη Mένδη στη Χαλκιδική. H σπουδαιότητα του ευρήματος αναγνωρίστηκε αμέσως από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων και δόθηκε άμεση προτεραιότητα, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, προκειμένου να αποτυπωθεί η υπάρχουσα κατάσταση του ναυαγίου με τη μέθοδο της υποβρύχιας φωτογραμμετρίας. Τα αποτελέσματα αυτής της πρώτης φωτογραμμετρικής αποτύπωσης έδειξαν ότι το κύριο φορτίο του ναυαγίου καλύπτει έκταση 80 τ.μ. Tα επόμενα δύο χρόνια η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων πραγματοποίησε αρχαιολογικές έρευνες σε δύο ανασκαφικές περιόδους. Για την τοπογραφική αποτύπωση του χώρου του ναυαγίου, την ένταξή του στο γεωδαιτικό δίκτυο της Ελλάδας και τη λεπτομερή αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης, πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση ενός υποβρυχίου καννάβου από σωλήνα αλουμινίου. Το κάθε «μάτι» του καννάβου σχημάτιζε τετράγωνα 2x2 μ. Κατά την διάρκεια της ανασκαφής και πριν ακόμη ολοκληρωθεί η αφαίρεση των τελευταίων αμφορέων, αποκαλύφθηκαν ακέραια μελαμβαφή χρηστικά αγγεία. Ανάμεσα τους βρέθηκαν, επίσης, διάφορα μεταλλικά μικροαντικείμενα, όπως π.χ. μολύβδινα ελάσματα, βάρη και ένας χάλκινος κύαθος. Σημαντικά ευρήματα θεωρούνται δύο μολύβδινα στελέχη άγκυρας και τα διάφορα τμήματα ξύλου, που βρέθηκαν μαζί με χάλκινα καρφιά. O εντοπισμός και η αποκάλυψη, κατά τη διάρκεια της τελευταίας ανασκαφικής περιόδου, ξύλινου στελέχους διαστάσεων 70x17 εκ., μας δίνει τη δυνατότητα πλέον να αναφερόμαστε σε διάσωση τμήματος του ίδιου του ξύλινου σκαριού.
Από το 1992 έως το 2000 διήρκησε η κατά διαστήματα ανασκαφή, από την Ε. Χατζηδάκη, τμήματος του κλασικού (420-400  π.Χ.) ναυαγίου της νησίδας Περιστέρας στην Αλόννησο, το οποίο εντοπίστηκε σε βάθος 30 μ. και περιείχε 3000 και πλέον αμφορείς μεταφοράς κρασιού από την Αλόννησο και τη Μένδη. Το μεγάλο μέγεθος του πλοίου, με μήκος γύρω στα 25 μ., συνέβαλε στην αναθεώρηση των απόψεων για τις ναυπηγικές δυνατότητες στα κλασικά χρόνια.
Επίσης το 2002 στη χερσόνησο του Άθω, στο Ακρωτήριο Aράπης, εντοπίστηκε ναυάγιο με φορτίο από αμφορείς ύστερων κλασικών χρόνων από τη Μένδη.

Νομισματική παραγωγή Μένδης
Monday, August 31, 2020
Η Μένδη εξέδωσε αργυρά νομίσματα από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. Οι εικονογραφικοί τύποι πηγάζουν αναμφιβόλως από τον κύκλο του Διονύσου, καθώς τα κρασιά της Μένδης φημίζονταν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ως εικονογραφικός τύπος κυριαρχεί ο ιθυφαλλικός όνος με ένα πτηνό, πιθανόν κόρακα, στη ράχη του. Αργότερα, επί του όνου κάθεται ο Διόνυσος κρατώντας έναν κάνθαρο, ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζονται κληματίδες. Αυτά τα αγροτικά όντα τα βρίσκουμε και σε μερικά αρχαϊκά νομίσματα της Βόρειας Ελλάδας, περιοχής πλούσιας σε αμπέλια, όπου ο Διόνυσος ήταν κυρίαρχη θεότητα. Οι περιοχές αυτές και ειδικότερα η χερσόνησος της Χαλκιδική; και οι ακτές της Θράκης, ήταν κατάσπαρτες, ήδη από την αρχαϊκή εποχή, με ακμάζουσες αποικίες και πόλεις ελληνικές από τις οποίες μερικές, ονομαστές για την ποιότητα της οινοπαραγωγής τους (Μένδη, Άκανθος κ.λπ.), διέθεταν και ορυχεία αργύρου από τα πλουσιότερα του αρχαίου κόσμου. Το γεγονός αυτό έδινε ώθηση στην παραγωγή των νομισματοκοπείων τους, η τέχνη των οποίων έφτασε στο απόγειό της ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ.
Εξαίρετο δείγμα αυτή; της τέχνης είναι το τετράδραχμο της Μένδης. αυτό το υπέροχο νόμισμα που κόπηκε γύρω στο 330 π.Χ. και παριστάνει το Θεό καθισμένο στη ράχη του ιερού όνου, να κρατάει το κρασοπότηρό του, τον κάνθαρο. Στην άλλη όψη απεικονίζεται ένα κλήμα, από το οποίο κρέμονται τέσσερα τσαμπιά σταφύλια.
Στις πρώτες νομισματικές εκδόσεις αναγράφεται το όνομα της πόλεως ΜΙΝΔΑΙΟΝ στον εμπροσθότυπο κι αργότερα ΜΕΝΔΑΙΟΝ, ΜΕΝΔΑΙΗ ή ΜΕΝΔΑΙΩΝ στον οπισθότυπο. Κατά μία νεώτερη εκδοχή, η ονομασία των τετράδραχμων της Μένδης -μενδαίοι όνοι- σώθηκε ως τις μέρες μας στο προσωνύμιο για το συμπαθές γαϊδουράκι, τον «κυρ -Μέντιο». Από το 405 π.Χ. κυκλοφόρησαν παράλληλα και χάλκινα νομίσματα, όπου απεικονίζονται κεφαλή Διονύσου, αμφορέας και φύλλα κισσού.
Στον τόπο της αρχαίας πόλης βρέθηκαν κατά την διάρκεια των ανασκαφών 38 νομίσματα που απεικονίζουν στον εμπροσθότυπο μόνο έναν γάιδαρο, το ιερό ζώο του Διονύσου, σε διάφορες σκηνές (29 από αυτά είναι τα πρωιμότερα νομίσματα, χρονολογούμενα μεταξύ 520-480 π.Χ.), 12 νομίσματα απεικονίζουν στον εμπροσθότυπο τους τον Διόνυσο ανακεκλιμένο στη ράχη ενός όνου, 5 νομίσματα απεικονίζουν Σατύρους με έναν όνο, 11 μεταγενέστερα νομίσματα απεικονίζουν μόνο την κεφαλή του Διονύσου, 2 νομίσματα απεικονίζουν την κεφαλή του Διονύσου στον εμπροσθότυπο τους και έναν όνο στον οπισθότυπο τους. Η ισχυρότατη σύνδεση του όνου με την λατρεία του Διονύσου είναι αναμφισβήτητη, ενώ δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στην διάδοση της καλλιέργειας της αμπέλου στην περίφημη για το κρασί της Μένδη. Ένα άλλο σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει με βάση και τα παραπάνω στατιστικά, είναι ότι το βασικό θέμα των νομισμάτων της Μένδης δεν είναι ο Διόνυσος αφ’ εαυτό, αλλά ο «ιερός όνος». Τα νέα νομίσματα με την γενειοφόρα εικόνα της θεότητας στον εμπροσθότυπο εμφανίζονται αρκετά αργότερα, περίπου στο 460 π.Χ.. Συνεπώς τον κεντρικό ρόλο στη λατρεία της Μένδης κατέχει ο όνος. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από την απεικόνιση του «ιερού όνου» σε ορθογώνιο σφράγισμα κεραμίδας στέγης, που βρέθηκε στη Μένδη.
Η έναρξη της νομισματικής δραστηριότητας στη Μένδη τοποθετείται στο τελευταίο 4ο του 6ου π.Χ. αιώνα. Ο σταθμητικός κανόνας που υιοθετείται είναι ο Αττικό-Ευβοϊκός. Κόβονται τετράδραχμα, τετρώβολα, διώβολα, οβολοί, τριτεταρτημόρια, τριημιτεταρτημόρια. Τα τετράδραχμα της περιόδου αυτής απαντώνται συχνά σε θησαυρούς εκτός των Ελληνικών συνόρων, ενώ οι μικρότερες υποδιαιρέσεις είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό του νομισματοκοπείου της Μένδης όπως και αρκετών άλλων νομισματοκοπείων της Μακεδονίας γενικότερα, αποτελεί το φαινόμενο του «κατακερματισμού» της παράστασης τόσο του εμπροσθοτύπου όσο και του οπισθοτύπου. Πιο συγκεκριμένα, για τις μικρότερες υποδιαιρέσεις υιοθετούνται τμήματα ή τμήμα της κύριας παράστασης που κοσμεί τον εμπροσθότυπο της μεγαλύτερης αξίας, και εν προκειμένω του τετράδραχμου. Η αρχή αυτή, ακολουθεί το νομισματοκοπείο της Μένδης καθ' όλη τη διάρκεια του 5ου π.Χ αιώνα.

Η Ευβοϊκή παρουσία στο Βόρειο Αιγαίο
Monday, August 31, 2020
Το ανήσυχο πνεύμα των Ευβοέων και η καταλληλότητα της θέσης τους, σε κεντρικό σημείο του χάρτη κατά την αρχαιότητα, τους προσέφερε την δυνατότητα να κινηθούν προς κάθε κατεύθυνση. Όμως, καθώς η εξερευνήσεις τους πραγματοποιούνταν δια θαλάσσης, ένα μέρος θεωρούνταν αρκετά κοντινό, προσβάσιμο και όχι εντελώς άγνωστο, η Χαλκιδική. Η περιοχή είχε ήδη εξερευνηθεί κατά την περίοδο της πρώτης Ιωνικής μετανάστευσης (11ος αιώνας π.Χ.) και οι μνήμες δεν είχαν ακόμη ξεχαστεί. Εξάλλου ήταν ένας τόπος που μπορούσε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων από πολλές απόψεις. Η αρχαία Μένδη θεωρείται ως η κυριότερη αποικία των Ερετριέων στην ακτή της Παλλήνης. Συγκεκριμένα, η αρχαία πόλη εντοπίζεται νότια του χωριού Καλάνδρα και η ταύτισή της είχε γίνει ήδη από τον Leake. Η πληροφορία αυτή διασώζεται στο έργο του Θουκυδίδη και του Τ. Λίβιου και μάλιστα είναι γεγονός ότι το γειτονικό της Μένδης ακρωτήριο Ποσειδώνιον ή Ποσείδιον εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ονομάζεται Ποσείδι. Επιπλέον, η σχέση της με την μητρόπολή της, την Ερέτρια, δηλώνεται και από το γεγονός ότι υπήρχε τέτοια ονομασία και στην Εύβοια (Μινθούς), με συνέπεια οι άποικοι να την χρησιμοποίησαν ως ανάμνηση της πατρίδας και ταυτόχρονα να διατήρησαν την ήδη προϋπάρχουσα από τους ντόπιους της περιοχής, για τον ίδιο λόγο. Το όνομά της προέρχεται κατά μία άποψη από το φυτό μέντα, αρχικά ονομαζόταν Μίνθη-Μίνδη και στη συνέχεια, γύρω στον 5ο αιώνα π.Χ., μετατράπηκε σε Μένδη, εξαιτίας Αττικών επιρροών. Ήταν αρκετά διαδεδομένο το κρασί της πόλης, «Μενδαίος οίνος» καθώς οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αμπελουργία. Μάλιστα, ο αρχαίος ιατρός Ιπποκράτης το συστήνει ως φάρμακο σε αρρώστιες επιβεβαιώνοντας και τις ιαματικές του ιδιότητες. Κατά τον 6ο αιώνα π. X. η πόλη έκοψε νόμισμα, που έφερε στον εμπροσθότυπο όνο ιθυφαλλικό, στην ουρά του οποίου καθόταν πτηνό ραμφίζοντας το πίσω μέρος του ζώου (κόρακας, κορώνη ή ψαράς). Ωστόσο εκτός από ευώδες φυτό, η λέξη «Μίνθη», σήμαινε και την δυσοσμία κατά μια έννοια, εφόσον χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει κόπρο πτηνών ή ανθρώπων (όνθος-μίνθη), αιδοίο (μίνθη-menta) και ως κεκαλυμμένη έκφραση του φαλλού (μίνθη). Στο γεγονός αυτό στηρίζεται και η λατρεία του Διονύσου, που ήταν κοινή για Μένδη και Ερέτρια.
Η γεωγραφική έκταση της πόλης ορίζεται από δύο περιοχές, τη Βίγλα και το Προάστειο. Η πρώτη εκτείνεται στο επίπεδο πλάτωμα ενός πευκόφυτου λόφου και αποτελεί το νοτιοανατολικό του άκρο. Σ’ αυτό το πλάτωμα που αλλιώς ονομάζεται και Ξέφωτο, διακρίνεται ένα ανάχωμα, το οποίο μαρτυρεί την ύπαρξη τείχους. Η δεύτερη περιοχή βρίσκεται κοντά στη θάλασσα και κάτω από το ξενοδοχείο «Μένδη». Εδώ αποκαλύφθηκαν επιχώσεις της γεωμετρικής εποχής, οι οποίες είναι καλυμμένες με άμμο και συνεχίζονται μέσα στη θάλασσα, όπου και εμφανίζονται ίχνη λατόμευσης των Μενδαίων. Στη Βίγλα δεν αποκαλύφθηκαν θεμέλια σπιτιών, αλλά αντιθέτως παρατηρείται μια έντονη συγκέντρωση λάκκων, με ποικίλα σχήματα και διαστάσεις. Πιθανώς, αρχικά να είχαν αποθηκευτικό χαρακτήρα, ενώ αργότερα (7ος αιώνας π.Χ.) φαίνεται ότι σφραγίστηκαν με πέτρες. Το περιεχόμενό τους αποτελείται από κεραμική, υπολείμματα στεγών, σφονδύλια, οστά ζώων, πέτρες και χρονολογείται από τον 12ο-7ο αιώνα π.Χ.. Όσον αφορά την κεραμική, πρόκειται για αγγεία εισηγμένα και απομιμήσεις υστερομυκηναϊκών και υπομυκηναϊκών χρόνων, ντόπια πρωτογεωμετρικά, ερετριακά και ιωνικά γεωμετρικά και υπογεωμετρικά, καθώς και αρκετή χειροποίητη κοινής χρήσεως κεραμική. Η αρχαία Μένδη διέθετε φυσικά και νεκροταφείο, το οποίο, κατά το πρότυπο ίσως των παράλιων πόλεων της Χαλκιδικής, τοποθετεί τους τάφους του παράλληλα με τη γραμμή του κύματος. Το στόμιο των ταφικών αγγείων είναι στραμμένο στην ανατολή, ενώ παρατηρούνται και ορισμένες περιπτώσεις πυρών εξαγνισμού πάνω από τις ταφές. Έχουν αποκαλυφθεί συνολικά 241 ταφές, από τις οποίες οι 130 είναι εγχυτρισμοί, οι 59 απλοί λάκκοι και 3 κιβωτιόσχημοι. Από το σύνολο των νεκρών διακρίνονται 10 μόνο ενήλικες σε απλούς λάκκους, έναντι του 98% που αντιστοιχεί σε ταφές βρεφών και γενικά ατόμων μικρής ηλικίας. Το νεκροταφείο χρονολογείται στα τέλη 8ου και κυρίως στον 7ο (πρώιμο αρχαϊκό) μέχρι τέλος 6ου αιώνα π.Χ.

Ταυτότητα Μνημείων
Monday, August 31, 2020
Αρχαιολογικός Χώρος Μένδης. «Βίγλα» και «Άη-Γιάννης»
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις
Χρονική Περίοδος: Κλασική, Ελληνιστική
Φορέας Προστασίας:ΙΣΤ' ΕΠΚΑ, ΥΠΕΧΩΔΕ(Αθήνα)
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ Φ31/36676/2920/4-10-1973, ΦΕΚ 1194/Β/5-10-1973
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/50884/2598/22-10-1991, ΦΕΚ 979/Β/27-11-1991
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/50884/2598/22-10-1991, ΦΕΚ 1040/Β/20-12-1991
ΠΔ 12-7-1995, ΦΕΚ 630/Δ/28-8-1995

Αρχαιολογικός Χώρος Μένδης.
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις
Χρονική Περίοδος: Κλασική, Ελληνιστική
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ Φ31/36676/2920/4-10-1973, ΦΕΚ 1194/Β/5-10-1973
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/50884/2598/22-10-1991, ΦΕΚ 979/Β/27-11-1991
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/50884/2598/22-10-1991, ΦΕΚ 1040/Β/20-12-1991
ΠΔ 12-7-1995, ΦΕΚ 630/Δ/28-8-1995
Κείμενο: Καθορίζεται ως αδόμητη Ζώνη Α απόλυτης προστασίας του Αρχ/κού Χώρου η περιοχή, η οποία περιλαμβάνει την αρχαία τειχισμένη ακρόπολη με τον εκτεινόμενο μέχρι τη θάλασσα οικισμό, τα κεραμικά και μεταλλουργικά εργαστήρια και το αρχαϊκό νεκροταφείο. Η Ζώνη αυτή σημειώνεται με συνεχή ημικυκλική γραμμή στο τοπογραφικό διάγραμμα κλ. 1:5000, το οποίο συνοδεύει την απόφαση αυτή και οριοθετείται ως εξής: Από Ν. έχει όριο τη θάλασσα, ενώ ως προς τα υπόλοιπα σημεία του ορίζοντα ημικύκλιο με κέντρο το σημείο ΚΑ που ορίζεται με ζεύγος συντεταγμένων Χ=-4282 και Ψ=-32035 και ακτίνα 830 μ. Η ακτίνα εφάπτεται Δ. της κορυφής του υψώματος «Μπαρμπέρης» και Α. της επαρχιακής οδού του κυκλώματος της Κασσάνδρας και των ορίων ιδιοκτησίας του Ξενοδοχείου Μένδη. Καθορίζεται ως ζώνη Β προστασίας του Αρχ/κού Χώρου Μένδης η περιοχή πέραν της ζώνης Α, στην οποία εντοπίζονται διάσπαρτα αρχαία και ορίζεται με διακεκομμένη ημικυκλική γραμμή ακτίνας 1150 μ. με κέντρο το σημείο ΚΒ, οριζόμενο από τις συντεταγμένες Χ=-4150 και Ψ=-32050, όπως σημειώνεται στο απόσπασμα χάρτη Γ.Υ.Σ. 1:5000 που συνοδεύει την παρούσα Απόφαση.

Αρχαιολογικός χώρος στη θέση Πύργος Καλάνδρας
Θέση: Πύργος Καλάνδρας Δημοτικό διαμέρισμα Καλάνδρας
Τύπος Κήρυξης: Αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Αμυντικά Συγκροτήματα, Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Ελληνιστική
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/61143/3643 π.ε./10-1-2000, ΦΕΚ 54/Β/26-1-2000
Κείμενο: Στη θέση Πύργος έχει εν μέρει αποκαλυφθεί μνημειακό κτίριο της ελληνιστικής περιόδου και εντοπίζονται λείψανα άλλων κτιρίων και τμήμα πιθανώς τείχους.

Αρχαιολογικός χώρος στη θέση Χιλιαδού Καλάνδρας
Θέση: Χιλιαδού
Τύπος Κήρυξης: Αρχαιολογικός χώρος
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις, Οικιστικά Σύνολα
Χρονική Περίοδος: Ρωμαϊκή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/61143/3643 π.ε./10-1-2000, ΦΕΚ 54/Β/26-1-2000
Κείμενο: Στη θέση Χιλιαδού εντοπίζονται λείψανα μικρού οικισμού χρονολογούμενου από τη διάσπαρτη κεραμεική στη ρωμαϊκή περίοδο.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Monday, August 31, 2020
Ιουλία Κουλεϊμάνη-Βοκοτοπούλου - Αρχαιολόγος (1939-1995) «Ανασκαφές Μένδης» 1989-1994
Μίνα Καϊάφα-Σαροπούλου, Αρχαιολόγος, Δρ. Αρχιτεκτονικής ΑΠΘ «Μένδη & Ιερό του Ποσειδώνα»
Αρχαία Μένδη «Κεραμική ατό τις πρώιμες φάσεις της πόλης» 2013
Γεροθανάσης Δημήτριος «Διονυσιακά στοιχεία στα νομίσματα της Χαλκιδικής» 2011
Ιωάννα Ανδρέου «Η Ευβοϊκή παρουσία στο Βόρειο Αιγαίο κατά τους πρώιμους ιστορικούς χρόνους» 2003
Μοναχός Κοσμάς Σιμωνοπετρίτης, περιοδικό «Κύτταρο Ιερισσού» «Ο κυρ-Μέντιος είναι από την Χαλκιδική», περιοδικό «Κύτταρο Ιερισσού» «Ο κυρ-Μέντιος είναι από την Χαλκιδική» 2019
Παρασκευάς Μάγειρας «Μένδη Καλάνδρα», Θεσσαλονίκη 1996
Παρασκευάς Μάγειρας «Μενδαίος Οίνος», Κασσάνδρα 2001
Παρασκευάς Μάγειρας
«Αρχαίες λατρείες και ιερά στην χερσόνησο της Κασσάνδρας», Θεσσαλονίκη 1997

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2021 ®

Φωτογραφίες Αρχαιολογικών Χώρων
Το Ναυάγιο της Περιστέρας στην Αλόννησο
Αναπαράσταση της Νίκης του Παιωνίου
Νομίσματα Αρχαίας Μένδης
Φωτογραφίες-Χάρτες-Σχέδια
Ανασκαφές Ακρόπολη-Οχύρωση
Ανασκαφές Προάστειο
Ανασκαφές Νεκροταφείο
Ευρήματα Ανασκαφών Νεκροταφείου
Ancient Kassandra Sign

Αρχαιολογικές ανασκαφές στο Πολύχρονο Χαλκιδικής
Archaeological excavations in Polychrono, Halkidiki

Αρχαιολογικές ανασκαφές στο Πολύχρονο Χαλκιδικής
ΝΕΑΠΟΛΙΣ ή ΑΙΓΗ ή ΑΙΓΕΣ
Monday, August 31, 2020
Η Νεάπολις, αποικία της Μένδης, αναφέρεται μόνο από τον Ηρόδοτο. Συγκεκριμένα, την μνημονεύει αμέσως μετά την Άφυτι ως μια από τις πόλεις της Παλλήνης, που αναγκάστηκε να παραχωρήσει στον Ξέρξη πλοία και στρατό. Η επόμενη πληροφορία που διαθέτουμε, είναι ότι η πόλη μετείχε στην Αθηναϊκή Συμμαχία με το ποσό του μισού τάλαντος, ενώ δεν γνωρίζουμε με ασφάλεια αν έκοβε δικά της νομίσματα (Έχει βρεθεί νόμισμα που εικονίζει τον Βάκχο με θύρσο και που φέρει την επιγραφή ΝΕΑΠΟ. Τα στοιχεία, όμως, δεν επαρκούν για να το αναγνωρίσουμε με βεβαιότητα ως κοπή της Νεάπολης).
Για την Αιγή, η οποία σύμφωνα με τον Ηρόδοτο τοποθετείται νότια της Νεάπολης, τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν είναι περισσότερα. Στηριζόμενοι στη γενική μαρτυρία του Στράβωνα εικάζουμε ότι υπήρξε αποικία των Ερετριέων, αγνοώντας, όμως, τη χρονολογία ίδρυσής της. Από τον Ηρόδοτο πληροφορούμαστε ότι ενίσχυσε με δυνάμεις το στρατό του Ξέρξη, όπως και η γειτονική της Νεάπολις. Μάλιστα με τη Νεάπολη είχαν τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες, αφού ως μέλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας κατέβαλλαν τον ίδιο φόρο. Η πόλη αναφέρεται και από τον Στέφανο Βυζάντιο ως Αιγαί, ενώ φαίνεται ότι φημιζόταν για την κτηνοτροφία της.
Οι περιορισμένες ανασκαφικές έρευνες δεν έχουν επιτρέψει την ασφαλή ταύτιση των αρχαίων πόλεων Νεάπολη και Αιγή με τις εντοπισμένες αρχαιολογικές θέσεις στα σύγχρονα χωριά της Κρυοπηγής και του Πολύχρονου.
Συγκεκριμένα, βόρεια της Κρυοπηγής υψώνεται πάνω από τη θάλασσα ένας μακρόστενος λόφος με την ονομασία «Ελληνικά». Ο λόφος κατέχει στρατηγική θέση ελέγχοντας τις πεδινές εκτάσεις, που απλώνονται γύρω και τη θάλασσα. Πάνω στο λόφο των «Ελληνικών», αλλά και στις παρειές του έχουν εντοπιστεί με αυτοψία όστρακα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων και καλοδουλεμένοι δόμοι. Πρόκειται σαφώς για ενδείξεις ότι σε αυτήν τη θέση θα πρέπει να αναζητηθεί μια αρχαία πόλη.
Ένας άλλος οικισμός εντοπίστηκε στην περιοχή του χωριού Πολύχρονο το 1987 στα πλαίσια διάνοιξης δασικού δρόμου, που ενώνει το Πολύχρονο με το Κασσανδρινό, ήρθαν στο φως οικοδομικά λείψανα στο νότιο πρανές του λόφου (τομή A, Β) και ανασκάφθηκε τμήμα του νεκροταφείου στη θέση «Παναγούδα». Το 1988 ανοίχτηκε η τομή Γ στο νότιο πρανές και ερευνήθηκαν ταφές στη θέση «Νύφη».
Αν και η περιοχή είχε κατοικηθεί ήδη από την εποχή του Χαλκού, στα αρχαϊκά χρόνια φαίνεται ότι ιδρύθηκε μια από τις πόλεις που αναφέρει ο Ηρόδοτος. Σε ένα φυσικό ύψωμα στα βόρεια του σύγχρονου χωριού εντοπίστηκε εγκατάσταση της πρώιμης εποχής του Χαλκού. Ήρθαν στο φως λείψανα οικιών χτισμένες σε λίθινα άνδηρα, κεραμικός κλίβανος για το ψήσιμο μεγάλων αγγείων, άφθονη κεραμική και πολλά λίθινα εργαλεία.
Οι ανασκαφές των τελευταίων δεκαετιών έφεραν στο φως ένα τμήμα αρχαίας πόλης στο νότιο πρανές του λόφου Γηρομοίρι. Η πόλη φαίνεται ότι είχε μεγάλη διάρκεια ζωής. Με βάση τα έως τώρα ανασκαφικά δεδομένα η πρώτη οικοδομική της φάση θα πρέπει να αναζητηθεί στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. με αρχές του 6ου αιώνα π.Χ.. Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη ακμάζει. Νέα κτίρια ανοικοδομούνται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. με αρχές του 5ου αι. π.Χ. , ενώ ταυτόχρονα τα ευρήματα από το νεκροταφείο είναι δηλωτικά της οικονομικής άνθισης που γνωρίζει στη διάρκεια της αρχαϊκής και κλασικής εποχής.
Την οικονομική της ευμάρεια καταδεικνύουν και οι εμπορικές σχέσεις που διατηρεί αυτήν την εποχή με πόλεις της νοτίου Ελλάδας (Αττική, Κόρινθος), της Ιωνίας και της Αιολίδας. Για την περίοδο, όμως. μετά τον 4ο αι. π.Χ. δεν διαθέτουμε στοιχεία. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό οφείλεται σε κάποια καταστροφή που υπέστη η πόλη ή αν είναι αποτέλεσμα των περιορισμένων ανασκαφικών ερευνών. Θα πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι η πόλη διαθέτει ρωμαϊκή φάση. Ίχνη ρωμαϊκής εγκατάστασης εντοπίστηκαν στη θέση «Παναγούδα» και στους πρόποδες της προϊστορικής τούμπας.
Όσον αφορά στην οργάνωση της αρχαϊκής και κλασικής πόλης τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι περιορισμένα με αποτέλεσμα να αγνοούμε και τα όριά της. Φαίνεται, όμως, ότι η πόλη ήταν κτισμένη σε άνδηρα στις πλαγιές του λόφου. Τα άνδηρα δημιουργούνται από το συνδυασμό τοίχων παράλληλων στα πρανή του λόφου με αναλημματικό χαρακτήρα και τοίχων κάθετων, που λειτουργούν ως αντηρίδες. Οι αναλημματικοί τοίχοι θεμελιώνονται συνήθως στο φυσικό έδαφος και κατασκευάζονται ισχυροί, ενώ οι κάθετοι τοίχοι ορίζουν ταυτόχρονα και τους χώρους ενός κτιρίου. Για την κατασκευή τους έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορα συστήματα δόμησης : πολυγωνικό, ισόδομο, ψευδοϊσόδομο και απλή αργολιθοδομή. Τα οικοδομήματα χτίζονται σε μικρή απόσταση μεταξύ τους και έχουν μεγάλες διαστάσεις. Παράλληλα, σε κάποιο ψηλότερο σημείο του λόφου θα πρέπει να αναζητηθεί ο χώρος με τα δημόσια κτίρια, καθώς αρχιτεκτονικά μέλη καλής κατασκευής (αρχαϊκό τριταινιωτό επιστύλιο) βρέθηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου VII μαζί με άφθονα πεσίματα, που προέρχονταν από οικοδομήματα σε ψηλότερο σημείο.
Τέλος, το νεκροταφείο τον αρχαϊκών και κλασικών χρόνων εντοπίστηκε στους νότιους πρόποδες του λόφου Γηρομοίρι, καθορίζοντας έτσι το νότιο όριο έκτασης της αρχαίας πόλης. Συγκεκριμένα, ένα τμήμα του ανασκάφθηκε νότια του λόφου στη θέση «Νύφη» και ένα άλλο νοτιοανατολικά στη θέση «Παναγούδα». Φαίνεται, λοιπόν, ότι το νεκροταφείο εκτείνεται κατά μήκος του νοτίου ορίου της πόλης και προς τη θάλασσα.
Με τα έως τώρα δεδομένα διαπιστώνουμε ότι το νεκροταφείο ήταν σε συνεχή χρήση από τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. μέχρι τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Ήταν οργανωμένο σε συστάδες τάφων με κοινό προσανατολισμό χωρίς, όμως, να γίνεται σαφές αν υπήρχαν και περίβολοι από λίθους. Περιλαμβάνει τάφους κεραμοσκεπείς, λακκοειδείς, κιβωτιόσχημους από πωρόλιθο και εγχυτρισμούς, οι οποίοι υπερισχύουν αριθμητικά. Κατασκευάζονται με επιμέλεια και το άνοιγμά τους σφραγίζεται πάντα από λιθοσωρό . Τα κτερίσματά τους είναι άφθονα και τοποθετούνται μέσα στην ταφή, αλλά και έξω, δίπλα στον λιθοσωρό. Μια ιδιαιτερότητα, που παρατηρήθηκε στο νότιο τμήμα του νεκροταφείου στη θέση «Νύφη», είναι η παρουσία μεγάλων πυρών και σωρών από άφθονα αγγεία είτε ανάμεσα είτε κοντά στις πυρές. Οι πυρές, που σχηματίστηκαν από επάλληλες εναποθέσεις, σχετίζοντας με την προσφορά εναγισμών στους νεκρούς.
Οι αρχαίες πόλεις που εντοπίστηκαν στη θέση «Ελληνικά» και στο Πολύχρονο παραμένουν ακόμα στην ανωνυμία. Οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν στο Πολύχρονο τη Νεάπολη και τοποθετούν την Αιγή στον κόλπο του Πευκοχωρίου νότια του Πολύχρονου. Όμως, στην περιοχή του Πευκοχωρίου δεν έχει εντοπιστεί ακόμα κάποια αρχαιολογική θέση, που θα διευκόλυνε αυτήν την ταύτιση.
Από την άλλη στην εντοπισμένη θέση των «Ελληνικών» θα μπορούσε να τοποθετηθεί η Νεάπολις, οπότε στο Πολύχρονο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την Αιγή. Την υπόθεση αυτή ενισχύει το γεγονός ότι η Αιγή χαρακτηρίζεται «μηλοβότειρα» και η περιοχή του Πολύχρονου με τα άφθονα λιβάδια συμφωνεί με ένα τέτοιο προσδιορισμό. Ελπίζουμε οι μελλοντικές ανασκαφικές έρευνες να δώσουν τις ζητούμενες απαντήσεις.

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ
ΚΕΙΜΕΝΑ, ΑΡΘΡΑ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ & ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ:

Ιουλία Βοκοτοπούλου - Αρχαιολόγος
Ιωακείμ Παπάγγελος - Αρχαιολόγος
Κωνσταντίνος Σισμανίδης - Αρχαιολόγος
Ελισάβετ-Μπετίνα Τσιγαρίδα - Αρχαιολόγος
Μαρία Παππά - Αρχαιολόγος
Ερατώ Ζέλλιου-Μαστοροκώστα - Προϊστορικοί θησαυροί της Χαλκιδικής χερσονήσου

Ταυτότητα Μνημείων
Monday, August 31, 2020
Αρχαιολογικός χώρος στο λόφο «Γηρομοίρι» και προϊστορική «Τούμπα» στο Πολύχρονο
Θέση: Περιοχή οικισμού Πολυχρόνου
Είδος Μνημείου: Αρχαιολογικές Θέσεις, Οικιστικά Σύνολα
Τύπος Κήρυξης: Αρχαιολογικός χώρος
Χρονική Περίοδος: Χαλκοκρατία Πρώιμη, Αρχαϊκή, Κλασική, Ελληνιστική, Ρωμαϊκή
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/53502/2819/28-11-1994, ΦΕΚ 966/Β/27-12-1994
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/22784/1305/14-5-1997, ΦΕΚ 505/Β/19-6-1997
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/22784/1305/14-5-1997, ΦΕΚ 1196/Β/31-12-1997
Κείμενο: Στο λόφο «Γηρομοίρι», βρίσκονται αρχαία πόλη - αποικία των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων καθώς και το νεκροταφείο αυτής (ίσως η αρχαία Νεάπολις). Στο δυτικό άκρο του κηρυσσόμενου αρχαιολογικού χώρου βρίσκονται αρχαιότητες ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Στα δυτικά όρια του οικισμού του Πολυχρόνου βρίσκεται προϊστορική τούμπα της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, τμήμα αρχαίου οικισμού σε άνδηρα και κεραμικός κλίβανος. Βόρεια και βορειοδυτικά του οικισμού του Πολυχρόνου βρίσκονται αρχαιότητες ρωμαϊκής εποχής. Τέλος, σ' ολόκληρη την κηρυσσόμενη περιοχή βρίσκονται μεμονωμένοι τάφοι ελληνιστικών και κυρίως ρωμαϊκών χρόνων.

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ (ΝΕΑΠΟΛΙΣ ή ΑΙΓΗ)
Monday, August 31, 2020
Η περιοχή στην οποία εκτείνονται τα «δίκαια» της σημερινής κοινότητας Πολύχρονοι), διεκδικεί το ιστορικό παρελθόν της Νεάπολης, μιας εκ των αρχαίων πόλεων της Χερσονήσου της Παλλήνης, πιθανότατα αποικία της αρχαίας εν Παλλήνη Μένδης. Υπόμνηση του πολίσματος αυτού κάνει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του. Στις μέρες μας, ένας ιστορικός τοποθετεί τη Νέαν Πόλιν, όπως την αποκαλεί, «προς μεσημβρία της Αφύτιος επί της θέσεως του νυν χωρίου Πολυχρόνιου».
Με μια σχετικά πρόσφατη και περιορισμένης κλίμακας διερεύνηση επιτεύχθηκε μια πρώτη επαφή με τη γένεση και το βίο οικιστικής εγκατάστασης στην περιοχή υπό τη μορφή ενός ή περισσότερων πολισμάτων. Έγινε η πρώτη προσπάθεια να ανασυντεθεί η ανέλιξη και η παρακμή της.
Πιο συγκεκριμένα, πολύ κοντά στο σύγχρονο οικισμό σ' ένα φυσικό επίμηκες αμμώδες ύψωμα με δυο κορυφές και τεχνητό αυχένα ανάμεσα, όπου βρίσκεται ο επαρχιακός δρόμος, εντοπίστηκαν προϊστορικές οικιστικές επιχώσεις. Σωστικού χαρακτήρα ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε οικοδομικά λείψανα Πρώιμης Εποχής Χαλκού που διευθετούνται σε βαθμιδωτά αναχώματα, που συγκροτούνται με τη σειρά τους από αργολιθοδομικούς αναλημματικούς τοίχους, αποσπασματικά σωζόμενους. Η έλλειψη οικιστικών καταλοίπων ανατολικά του λόφου, όπου διενεργήθηκαν έρευνες, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, τμήμα του οποίου αποκαλύφθηκε, εκτείνεται προς τα Δ. Η εγκατάσταση αυτή φαίνεται ότι δεν περιορίζεται στα όρια των αναχωμάτων, αλλά εκτείνεται και πέρα από αυτά.
Στον ίδιο χώρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε κυλινδρικός λάκκος, σκαμμένος σε προγενέστερες επιχώσεις. Είναι επενδεδυμένος με πηλό στο ανώτερο τμήμα, έχει ως πυθμένα προγενέστερο αναλημματικό ισχυρό τοίχο από αργολίθους και έχει εντονότατες καύσεις περιφερειακά του περιχειλώματος του. Χαρακτηρίστηκε ως πρώιμο δείγμα κεραμικού κλιβάνου, της Εποχής του Χαλκού. Πρόκειται για απέρριτη κατασκευή, όπου ο θάλαμος όπτησης δεν διακρίνεται απ’ το χώρο καύσης με σχάρα. Μικρό άνοιγμα, πιθανότατα αντιστοιχεί σε οπή εξαερισμού ή και στόμιο πυροδότησης, ενώ οπές για τον έλεγχο της καύσης θα πρέπει να διαμορφώνονταν στην πρόχειρη κάλυψη του κλιβάνου, που δεν διατηρείται.
Τα συμπεράσματα που αφορούν στη δόμηση και τον τρόπο διευθέτησης και οργάνωσης των κτισμάτων στα αναχώματα είναι ιδιαίτερα συντηρητικά, επειδή τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα είναι πολύ αποσπασματικά. Από την άλλη, η άφθονη κεραμική έχει εντυπωσιακή ποικιλία θεμάτων και διακόσμησης: σχήματα καμπύλα και γραμμικά, πλαστική, εμπίεστη και εγχάρακτη διακόσμηση. Αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εργαλεία κατεργασίας της τροφής (τριπτήρες, τριβεία), καθώς και ο μεγάλος αριθμός λειασμένων εργαλείων.
Όπως φαίνεται η εγκατοίκηση στην περιοχή των ανατολικών παραλίων της Παλλήνης δεν διεκόπη οριστικά στα τελευταία χρόνια της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Δυτικότερα της Τούμπας με τα προϊστορικά κατάλοιπα, ΒΔ του σημερινού χωριού, στο λόφο Γηρομοίρι, χάραξη του οδοστρώματος δασικού δρόμου Πολυχρόνου-Κασσανδρινού προκάλεσε βραχύχρονη ανασκαφική έρευνα. Εκεί, σε επάλληλες επιχώσεις αρκετών μέτρων αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά τμήματα οικισμού αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Η εντατική χρήση του χώρου, η συστηματική αρχαιοκαπηλική δράση και η χρόνια καλλιεργητική δραστηριότητα προκάλεσαν διατάραξη των αρχαίων στρωμάτων σε μικρή ή μεγαλύτερη κλίμακα, καθώς και τον ακρωτηριασμό των οικοδομικών λειψάνων. Έως τώρα έχουν έρθει στο φως τμήματα οικοδομημάτων σε επαλληλία, μεγάλων ή πιο περιορισμένων διαστάσεων, μεμονωμένα ή σε συστάδες. Τα οικοδομήματα αυτά, που είναι διευθετημένα σε τεχνητές ταράτσες, καλύπτουν χρονικά μια εκτεταμένη περίοδο από τα τέλη του 7ου αιώνα, ολόκληρο τον 6ο αιώνα έως και τμήμα του 5ου αιώνα π.Χ. Παράλληλα, συμπλέγματα και ενισχυτικών αντιρρήδων, σύγχρονων και μη, αντιστήριζαν το αμμώδες φυσικό έδαφος. Επάλληλα στρώματα καταστροφής λιθόπλινθων και ημίεργων λίθων και κεραμίδων στέγης συμπληρώνουν την εικόνα τμήματος ενός γριφώδους οικισμού, που προκαλεί πλέον τον επιστημονικό κόσμο να τον αναπλάσει μέσα από συστηματική έρευνα στα υπόλοιπα κατάλοιπά του.
Άξια λόγου είναι και η εύρεση κλιβάνου, η χρήση του οποίου τοποθετείται στον 5ο αιώνα π.Χ. Πρόκειται για ορθογώνια κατασκευή με πλίνθινα τοιχώματα, όμοια οριζόντια κάλυψη που πλαισιώνεται από στεφάνι από άψητο πηλό και φρεάτιο αερισμού στη ΝΑ γωνία του. Υπολείμματα μεταλλευμάτων στον πυθμένα, διάσπαρτα εκταριχεύματα σιδηρομεταλλεύματος εξωτερικά και μάζες σιδήρου σε αρκετά μεγάλη ακτίνα περιμετρικά, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες για τη χρήση του κλιβάνου ως καμίνι επεξεργασίας σιδηρομεταλλεύματος. Η ύπαρξη μιας τέτοιας κατασκευής προϋποθέτει την ανάπτυξη διακοινοτικών σχέσεων με σύγχρονες πόλεις της ΒΑ Χαλκιδικής, καθώς η παρουσία πρώτης ύλης εκεί μόνο και όχι στην ευρύτερη περιοχή της Παλλήνης είναι βεβαιωμένη.
Από την έως τώρα σύντομη ανασκαφική έρευνα έχουν προκύψει δυο οικοδομικές φάσεις των οικιστικών καταλοίπων: Η πρώτη ανάγεται στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., που η θεμελίωση γίνεται στο αμμώδες φυσικό χώμα. Στο τέλος όμως του ίδιου αιώνα διαπιστώνεται νέα οικοδομική αναγέννηση με την ανέγερση καινούριων οικοδομημάτων και αναλημματικών τοίχων, που συχνά χρησιμοποιούν τα προγενέστερα ως έδραση.
Στους πρόποδες του ίδιου λόφου, ΝΔ και ΝΑ, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη οικισμού, στις θέσεις Νύφη και Παναγούδα αντίστοιχα, αποκαλύφθηκαν τμήματα του νεκροταφείου του οικισμού που καλύπτει μια περίοδο από τα τέλη του 6ου αιώνα έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. Η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως περιορισμένα τμήματα του νεκροταφείου, που σύμφωνα με ενδείξεις απλώνεται κατά μήκος του νότιου ορίου της πόλης και προς τη θάλασσα. Οι ταφικές κατασκευές που διερευνήθηκαν έδειξαν ποικιλία ως προς την τυπολογία τους. Εντοπίστηκαν τάφοι κεραμοσκεπείς καλυβίτες, απλοί λακκοειδείς, κιβωτιόσχημοι. Αριθμητικά όμως κυριαρχούν οι εγχυτρισμοί, παιδικές ή βρεφικές ταφές, σε καλά σφραγισμένα ταφικά αγγεία μεγάλων διαστάσεων (πίθους, στάμνες, αμφορείς), κατά το πλείστον πλούσια διακοσμημένα. Φανερή είναι η φροντίδα για τη σφράγιση των τάφων και γενικά για την καλή κατασκευή τους. Τα στενά πέρατα στους καλυβίτες τάφους ενισχύονταν από μικρά σύνολα ημίεργων λίθων, ενώ σειρά όμοιων λίθων με ενισχυτικό πιθανότατα ρόλο παρατηρήθηκαν εκατέρωθεν των μακρών πλευρών. Στις περιπτώσεις των απλών ορυγμάτων διαπιστώθηκε η προσπάθεια να καθορίζονται τα όριά τους με σειρά αργών λίθων. Ιδιαίτερη επιμέλεια παρουσιάζουν οι κιβωτιόσχημες υπόγειες κατασκευές, το κύριο χαρακτηριστικό των οποίων είναι το στέρεο σφράγισμά τους. Από την άλλη, το στόμιο των ταφικών αγγείων έφραζε με μεγάλα όστρακα ή πλακαρές πέτρες και καλυπτόταν από μικρό λιθοσωρό.
Το σύνολο των τάφων περιείχε άκαυστα σκελετικά κατάλοιπα. Η παρουσία των απλών ενταφιασμών (ταφή inhumatio) στο σύνολο των τάφων που διερευνήθηκαν έως τώρα, και η παντελής απουσία δείγματος νεκρικής καύσης (ταφή crematio) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η καύση δεν συμπεριλαμβάνονταν στις νεκρικές συνήθειες στην περιοχή αυτή απ’ τον 6ο έως τον 4ο αιώνα π.Χ.
Από την άλλη μεριά, φαίνεται ότι άλλου είδους πυρές αποτελούσαν έθιμο ή ακόμα και αναπόσπαστο κομμάτι του τελετουργικού κάθε ενταφιασμού, καθώς ήρθαν στο φως ακανόνιστου σχήματος λάκκοι. Σ’ αυτούς διαπιστώθηκαν άφθονη καμένη κεραμική και καμένα οστά ζώων σε μικρή ποσότητα. Ο ρόλος των λάκκων αυτών, η χρήση των οποίων ήταν σίγουρα επαναλαμβανόμενη, ήταν αρχικά δυσερμήνευτος. Τελικά, θεωρήθηκε ότι τα καμένα οστά των ζώων αποτελούν κατάλοιπα προσφορών και εναγισμών στους νεκρούς που λάμβαναν χώρα κατά το τελετουργικό της ταφής τους. Αξιομνημόνευτη βέβαια είναι η παρουσία πολλών στοιβαγμένων αγγείων ανάμεσα στις πυρές, που πιθανότατα σχετίζονται μ’ αυτές.
Μεγάλο ενδιαφέρον, όσον αφορά τις ταφές, παρουσιάζουν τα κτερίσματά τους τόσο για την ποιότητα όσο και για την ποσότητα τους. Το σύνολο των νεκρών ήταν πλούσια κτερισμένο, τόσο εσωτερικά, περιμετρικά του νεκρού, όσο και εξωτερικά, με μικρά κυρίως αγγεία πλούσια διακοσμημένα (κύπελλα, αρύβαλλοι, σκυφίδια, λυκήθια, κύλικες, εξάλειπτρα, κοτύλες) και λιγότερα ειδώλια, απεικονίσεις ζώων στην πλειοψηφία τους. Τα κοσμήματα και τα μεταλλικά αντικείμενα σχεδόν εκλείπουν. Τις παιδικές και βρεφικές ταφές, που πάντα είναι κτερισμένες πλουσιότερα απ’ αυτές των ενηλίκων, τις χαρακτηρίζει κατά κανόνα η ύπαρξη πληθώρας «αστραγάλων», παιδικό παιχνίδι ιδιαίτερα διαδεδομένο στον αρχαίο κόσμο.
Εκτός από τις ταφικές κατασκευές δυσερμήνευτη παραμένει και η ύπαρξη εκτεταμένων λιθοσωρών στο χώρο του νεκροταφείου. Πιθανολογείται ότι αυτοί σχετίζονται με τη χωροοργάνωσή του, χωρίς ωστόσο να έχει διαλευκανθεί απόλυτα ο ρόλος τους.
Απαραίτητο θα ήταν να σημειωθούν τα πολλά ντόπια αγγεία που βρέθηκαν τόσο στο χώρο των οικιστικών καταλοίπων (στα πρανή του λόφου Γηρομοίρι), όσο και στις δυο περιοχές του νεκροταφείου Νύφη και Παναγούδα. Η περισυλλογή και η προσέγγισή τους καθιστά τη Χαλκιδικιώτη κεραμική θέμα αρκετά δύσκολο. Τα ντόπια εργαστήρια φαίνεται να είχαν σαφή σχέση με την κεραμική της Ιωνίας και της Αιολίδας, διατηρούν όμως παράλληλα το δικό τους συντηρητικό προφίλ. Η κεραμική της περιοχής, όπως παρουσιάστηκε στη διάρκεια των σύντομων ανασκαφικών ερευνών, επιδεικνύει πλούσια παραγωγή από τον 6ο π.Χ. αιώνα, που συνεχίστηκε ακμαία και κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.
Αυτά λοιπόν έχει να επιδείξει η περιοχή του Πολύχρονου: λιγοστά σχετικά αρχαιολογικά λείψανα, που ωστόσο προδίδουν ανθρώπινη εγκατοίκηση της Εποχής του Χαλκού σε χαμηλή τούμπα, ακμαία ανθρώπινη κοινωνία στο λόφο Γηρομοίρι των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, καθώς και ρωμαϊκή παρουσία, ελάχιστα ίχνη της οποίας έχουν εντοπιστεί (Στη θέση Φραγκοκκλησιά). Παρόλα αυτά εγκατάλειψη και ανασκαφική αδράνεια είναι ότι χαρακτηρίζει σήμερα και αυτή την περιοχή. Η οργάνωση και η δημιουργία υποδομής τέτοιας που να καθιστά εφικτή την ανάπλαση του χώρου μέσα από μακρόχρονη συστηματική έρευνα καθίσταται πραγματικά ανάγκη επιτακτική. Ευχή όλων η προσεχής διερεύνηση του χώρου που θα δώσει λύσεις στα αναρίθμητα αινίγματα που κρύβει, θα συμπληρώσει τον «αρχαιολογικό καμβά» της ανατολικής ακτής της Παλλήνης, θα γνωστοποιήσει το πώς σμίλεψαν το χώρο και πώς τον εναρμόνισαν με τις ανάγκες και τον πολιτισμό τους οι αρχαίοι κάτοικοί της.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Monday, August 31, 2020
Μίνα Καϊάφα-Σαροπούλου
Αρχαιολόγος, Δρ. Αρχιτεκτονικής ΑΠΘ
Kασσάνδρα - Περιοδική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης

ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ :

Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®

Φωτογραφίες Αρχαιολογικών Χώρων
Φωτογραφίες Ανασκαφών
Ευρήματα Ανασκαφών
Χάρτες Ανασκαφών
Διεθνές Αρχαίο Ηλιακό Ρολόι Στο Πολύχρονο Χαλκιδικής
Monday, August 31, 2020
Ενα από τα λιγοστά παγκοσμίως ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων που έχουν εντοπιστεί άθικτα ανασύρθηκε από την αρχαιολογική σκαπάνη στο Πολύχρονο Χαλκιδικής.
Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς τα ηλιακά ρολόγια κατασκευάζονταν για συγκεκριμένο γεωγραφικό πλάτος, δηλαδή ήταν ακριβή μόνο για τον τόπο στον οποίο συνήθως κατασκευάζονταν.
Το ρολόι του Πολύχρονου έχει κατασκευαστεί έτσι που μπορεί να δείχνει τη σωστή ώρα της κάθε μέρας τόσο στη Χαλκιδική όσο και στη Ρώμη, τη Γαλλία ή την Κίνα.
Η αρχαιολόγος της 16ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Μπετίνα Τσιγαρίδα, η οποία έχει αφιερώσει την πολύχρονη επαγγελματική της δραστηριότητα στην περιοχή της Χαλκιδικής και ειδικότερα της αρχαίας Κασσάνδρειας, ανταμείφθηκε με το συγκεκριμένο εύρημα αλλά και με μοναδικά στοιχεία για την αμπελουργία και τη μελισσοκομία στη Χερσόνησο της Χαλκιδικής κατά τους αρχαίους χρόνους. Το ρολόι εντοπίστηκε σε κτίριο της ύστερης αρχαιότητας στο Πολύχρονο και τα στοιχεία που δίνει είναι εντυπωσιακής σαφήνειας. «Το ρολόι αποτελείται από ημισφαιρική επιφάνεια, στην οποία υπάρχουν χαραγμένες έντεκα γραμμές που τη χωρίζουν σε δώδεκα τμήματα, τα οποία αντιστοιχούν στις ώρες της ημέρας. Κάθετες σε αυτές είναι τρεις άλλες εγχάρακτες γραμμές που αντιστοιχούν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, την ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο. Στη μέση της ημισφαιρικής επιφάνειας είναι στερεωμένος ένας χάλκινος γνώμονας, ο οποίος ρίχνει τη σκιά του στο ημισφαίριο και ανάλογα με τη θέση της στα δώδεκα τμήματα φανερώνει την ώρα της ημέρας. Η σκιά του ρολογιού έχει ίδιο μήκος όλες τις ώρες της ημέρας, αλλάζει όμως μήκος ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Το μικρότερο μήκος παρατηρείται όταν είναι στο χειμερινό ηλιοστάσιο και σταδιακά αυξάνεται μέχρι το ανώτατό του κατά το θερινό ηλιοστάσιο.
Ετσι οι ιδιοκτήτες του ρολογιού είχαν τη δυνατότητα να υπολογίζουν όχι μόνο τις ώρες της ημέρας, αλλά και την ημερομηνία», δήλωσε η κ. Τσιγαρίδα. Σύμφωνα με την αρχαιολόγο, «στη Χαλκιδική θα πρέπει να έφτασε ως ανάθημα σε κάποια ιερό, ίσως του Αμμωνα Δία».

Κείμενο:
Απόστολος Λυκεσάς - ethnos.gr

Ancient Kassandra Sign

Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Αρχαία Σκιώνη
Archaeological excavations in Ancient Skioni

Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Αρχαία Σκιώνη
ΑΡΧΑΙΑ ΣΚΙΩΝΗ
Monday, August 31, 2020
Είναι η αρχαιότερη και από τις πιο σημαντικές πόλεις της χερσονήσου Παλλήνης κατά την αρχαιότητα στη νότια ακτή αυτής. Η έλλειψη ικανού ανασκαφικού υλικού - αφού ελάχιστες ανασκαφικές εργασίες, πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή αυτή - δε μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε πλήρως και σε ικανοποιητικό βαθμό την εξέλιξη της. Έτσι θα αρκεστούμε κυρίως στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, στις ελάχιστες εργασίες, οι οποίες υπάρχουν, και στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου ΓΙαπαρρηγοπούλου.
Για την ακριβή θέση της αρχαίας πόλεως έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί πως η πόλη βρισκόταν ανάμεσα στη Θέραμβο και τη Μένδη, καθώς αναφέρει με τη σειρά τις πόλεις της Παλλήνης, από τις οποίες ο Ξέρξης κατά την εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδος παρέλαβε ναυτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Την ίδια πληροφορία, σχετικά με τη θέση της πόλης, μας δίνει και ο Σκύλακας στο έργο του «Περίπλους». Επίσης ο Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Γουλιέλμος Μαρτίνος Λήκ (G. Μ. Leake), ο οποίος επί δύο ολόκληρα χρόνια από το 1805 περιόδευε την Ελλάδα διερευνώντας και καθορίζοντας τις αρχαίες τοποθεσίες και συλλέγοντας νομίσματα, ακολουθώντας το Σκύλακα, τοποθετεί την αρχαία Σκιώνη ανάμεσα στα ακρωτήρια Καναστραίο και Ποσείδι. Μερικοί ιστορικοί και περιηγητές από σύγχυση την τοποθετούν απέναντι από την Τορώνη στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου Κασσάνδρας, στον όρμο Χρούσου. Και τούτο, γιατί ερμήνευσαν εσφαλμένα ένα χωρίο του ιστορικού Θουκυδίδη, στο οποίο αναφέρεται πως ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας πέρασε από την Τορώνη απέναντι στη Σκιώνη της Παλλήνης. Οι περισσότεροι ερευνητές την τοποθετούσαν σωστά στα νότια της δυτικής πλευράς της χερσονήσου, χωρίς όμως να προσδιορίζουν και την ακριβή θέση της. Ο θεολόγος Γυμνασιάρχης Π. Στάμος στο βιβλίο του «Η ηρωική Κασσάνδρα ανά τους αιώνας» (Αθήνα 1961), λέει για τη θέση της πόλεως τα εξής: «Πιθανότατα εκείτο επί της παραλίας μεταξύ Παναγίας Φανερωμένης και Λουτρών Αγίας Παρασκευής».
Το 1986 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στο χώρο αυτό από την Εφορία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, προσδιορίστηκε η ακριβής θέση της αρχαίας πόλεως και οριοθετήθηκε η περιοχή της. Η θέση της εντοπίστηκε σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων νοτιότερα από το σημερινό χωριό «Νέα Σκιώνη» στο ύψωμα, το οποίο οι σημερινοί Σκιωναίοι ονομάζουν «Μύτικα», καθώς και στην παραθαλάσσια περιοχή κάτω από αυτό, όπου βρισκόταν το αρχαίο λιμάνι της πόλης.
Κατά το Θουκυδίδη η Αρχαία Σκιώνη ιδρύθηκε από Αχαιούς της Πελλήνης της Πελοποννήσου, όταν επέστρεφαν από την Τροία μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου και παρασύρθηκαν από την τρικυμία και εγκαταστάθηκαν εκεί. Έτσι η παρουσία της αρχαίας αυτής πόλης σημειώνεται το 12ο π.Χ. αιώνα. Υπάρχει ακόμη και η εξής παράδοση σχετικά με την ίδρυση της. Κατά την επιστροφή τους από την Τροία, οι Αχαιοί της Πελλήνης της Πελοποννήσου σταμάτησαν στο σημείο αυτό ή για να ξεχειμωνιάσουν ή για να προμηθευτούν τρόφιμα, νερό και άλλα, απαραίτητα για το ταξίδι. Τότε οι Τρωαδίτισσες σκλάβες, τις οποίες κουβαλούσαν μαζί τους οι Αχαιοί, τους έκαψαν τα πλοία, για να απαλλαγούν από τα βάσανα της σκλαβιάς τα οποία τις περίμεναν στην Αχαΐα. Για αυτό οι Πελληνείς αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στην περιοχή αυτή και να παντρευτούν τις σκλάβες τους.
Στη συνέχεια η Σκιώνη αποικίστηκε από Ευβοείς αποίκους. Έτσι τουλάχιστο πιστεύουν πολλοί ιστορικοί. Και μπορεί να είναι πιστευτό αυτό, αφού οι Ευβοείς κατά την περίοδο της μετακίνησης και εξάπλωσης των ελληνικών φύλων ανέπτυξαν πλούσια αποικιακή δράση. Άποικοι από την Εύβοια ανέβαιναν συνεχώς και αποίκιζαν διάφορες περιοχές της Παλλήνης. Κάποιοι από αυτούς έφτασαν, πιθανόν, και στη Σκιώνη, εγκαταστάθηκαν εκεί, αναμείχτηκαν με τους Αχαιούς Πελληνείς και με τον καιρό υπερίσχυσαν αριθμητικά. Έτσι η πόλη πήρε ευβοϊκή μορφή και παρουσιάζεται στους ιστορικούς χρόνους ως αποικία των Ευβοέων. Παρά την ευβοϊκή της όμως όψη η πόλη διατήρησε αρκετά χαρακτηριστικά από τους πρώτους Αχαιούς αποίκους. Όπως μας πληροφορεί ο Θουκυδίδης, οι Σκιωναίοι καυχιόνταν πως κατάγονταν από τους Πελληνείς. Αυτό το δείχνουν και με την αποτύπωση του ήρωα του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαου στα νομίσματα τους, το οποίο είναι μια ανάμνηση από το προγονικό τους παρελθόν και μια πολύ στενή σχέση με τον Τρωικό πόλεμο.
Η θέση, στην οποία ιδρύθηκε η Αρχαία Σκιώνη, ήταν στρατηγικής σημασίας. Ήταν κτισμένη σε φυσικά οχυρωμένο μέρος, ώστε να προφυλάγεται από τους διάφορους επιδρομείς. Η περιοχή, πλούσια σε ναυπηγήσιμη ξυλεία, βοήθησε σημαντικά, ώστε πολύ γρήγορα να αναπτύξει μεγάλη εμπορική κίνηση και να αναδειχτεί σε αξιόλογη και υπολογίσιμη ναυτική δύναμη. Ήταν η πρώτη πόλη, την οποία συναντούσαν τα πλοία ερχόμενα από τις νότιες θάλασσες. Το λιμάνι της αποτέλεσε σταθμό της δυτικής ακτής της χερσονήσου Παλλήνης. Από αυτό ξεκινούσαν τα πλοία ή έρχονταν πλοία άλλων πόλεων, για να προμηθευτούν τα προϊόντα, τα οποία παρήγε η πόλη - όπως είναι το κρασί, το λάδι, το μέλι, η ξυλεία κ.ά. - ή να φέρουν σ' αυτή τα δικά τους. Έτσι ήρθε σε άμεση επικοινωνία με όλες τις αναπτυγμένες πόλεις της εποχής της, τόσο τις κοντινές, όσο και τις πιο μακρινές, με αποτέλεσμα να καταστήσει γνωστή την παρουσία της στην ιστορία, άλλοτε ανεξάρτητη και ισότιμη σύμμαχος και άλλοτε πάλι υποταγμένη στους ισχυρότερους.
Στην εποχή των Μηδικών πολέμων η πόλη, χωρίς τη θέληση της, αναγκάστηκε να υποκύψει στις επιθυμίες των Περσών και να τους ενισχύσει με πλοία και στρατό. Ο Σκιωναίος όμως Σκυλλίης, ο καλύτερος δύτης της εποχής του, όταν ο στόλος των Περσών έφτασε στις Αφέτες, βούτηξε στη θάλασσα και κολυμπώντας έφτασε στο Αρτεμίσιο, όπου βρισκόταν ο στόλος των Ελλήνων. Εκεί πληροφόρησε τους Έλληνες στρατηγούς για τα σχέδια των Περσών, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να αποκλείσουν τον ελληνικό στόλο στα στενά του Ευρίπου. Ο Ηρόδοτος πιστεύει πως ο Σκυλλίης έφτασε στο Αρτεμίσιο με βάρκα. Έτσι οι Σκιωναίοι με το Σκυλλίη προσέφεραν την πιο μεγάλη υπηρεσία για το καλό της Ελλάδας.
Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας η πόλη επαναστάτησε εναντίον των Περσών και απέστειλε βοήθεια στην Ποτίδαια, την οποία πολιορκούσε ο Πέρσης στρατηγός Αρτάβαζος. Αρχηγός του επικουρικού σώματος των Σκιωναίων ήταν ο Τιμόξεινος, ο οποίος όμως θέλησε να προδώσει την πόλη και να βοηθήσει τους Πέρσες να καταλάβουν την Ποτίδαια.
Μετά τους Μηδικούς πολέμους η Σκιώνη εντάσσεται στην Αθηναϊκή συμμαχία, συμμετέχει ως ισότιμο μέλος σ' αυτή και καταβάλλει στο συμμαχικό ταμείο της Δήλου ως φόρο έξι (6) τάλαντα ετησίως. Δυστυχώς όμως η Αθηναϊκή ηγεμονία κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου έγινε πολύ καταπιεστική και ανυπόφορη για την πόλη. Γι' αυτό κατά το ένατο έτος του πολέμου (424 π.Χ.) η πόλη αποστάτησε από τους Αθηναίους προς το Βρασίδα, το Σπαρτιάτη στρατηγό, τον οποίο οι Σκιωναίοι δέχτηκαν ως ελευθερωτή της Ελλάδας με πολλές και μεγάλες τιμές. Οι Αθηναίοι εξοργισμένοι για την αποστασία της Σκιώνης έστειλαν εναντίον αυτής και της Μένδης, η οποία είχε αποστατήσει και αυτή μετά τη Σκιώνη, πενήντα (50) τριήρεις και 3.000 περίπου στρατιώτες. Αθηναίους και συμμάχους, με αρχηγούς τους στρατηγούς Νικία και Νικήρατο. Πρώτα πολιόρκησαν τη Μένδη, η οποία έπεσε και λεηλατήθηκε. Στη συνέχεια οι Αθηναίοι πολιόρκησαν τη Σκιώνη. Μετά από πολιορκία δύο περίπου ετών οι Αθηναίοι κυρίευσαν την πόλη, κατάσφαξαν όλους τους άνδρες και πούλησαν τα γυναικόπαιδα ως δούλους. Στην έρημη πια πόλη έφεραν και εγκατέστησαν φυγάδες από την Πλάταια. Έτσι χάθηκε η ένδοξη και αξιόλογη αυτή πόλη, η οποία με τη συνεχή και σε πανελλήνιο επίπεδο δραστηριότητα της κατέστησε αισθητή την παρουσία της και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ελλάδας.
Στους κατοπινούς χρόνους θα παρουσιάσει κάποιες αναλαμπές, όχι όμως πολύ αξιόλογες. Ο Πλούταρχος αναφέρει πως ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος έδιωξε τους Πλαταιείς αποίκους και την αθηναϊκή φρουρά και επαναπάτρισε στη Σκιώνη όσα γυναικόπαιδα των Σκιωναίων είχε φυγαδεύσει στην Όλυνθο ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας από την αρχή της πολιορκίας της πόλης.
Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τέλος του 5ου π.χ. αιώνα, συμμετέχει ως μέλος στη Χαλκιδική συμμαχία, την οποία αποτελούσαν 32 πόλεις της Χαλκιδικής. Η συμμαχία όμως αυτή πολύ γρήγορα διαλύθηκε, γιατί μία καινούρια δύναμη εμφανίστηκε στο προσκήνιο, ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Β'. Αυτός έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στην πόλη, η οποία καταστράφηκε όχι όμως ολοκληρωτικά. Παρέμεινε ως ένας μικρός οικισμός μακριά από τη δόξα του ιστορικού της παρελθόντος.
Στους ρωμαϊκούς χρόνους και από το 148 π.Χ. ως τον 4ο μ.Χ. αιώνα η περιοχή ζει κάποια άνθηση. Το λιμάνι της πόλεως επανέκτησε και πάλι την προηγούμενη στρατηγική τον σημασία και ένας μεγάλος οικισμός αναπτύχτηκε γύρω από την περιοχή της σημερινής Παναγίας Φανερωμένης.
Ο Στράβωνας την αναφέρει ως μία από τις τέσσερις σπουδαίες πόλεις της Παλλήνης. Από τα τέλη του 3ου μ.Χ. αιώνα και κατά τη βυζαντινή περίοδο, όπως μας πληροφορεί ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, διάφορα βαρβαρικά φύλα (Γότθοι, Ούννοι, Σλάβοι, Άβαροι, Σαρακηνοί κ.α.) πολιορκούν τις μεγάλες πόλεις, όπως την Θεσσαλονίκη και την Κασσάνδρεια, και προκαλούν μεγάλες καταστροφές στην επαρχία, και ασφαλώς και στην περιοχή της Σκιώνης. Τελικά τον 6ο μ.Χ. αιώνα οι Ούννοι κυρίευσαν την Κασσάνδρεια και έκαψαν και σκότωσαν ότι βρήκαν μπροστά τους. Τότε χάθηκε, ολοκληρωτικά πια θα λέγαμε, η Αρχαία Σκιώνη υστέρα από ιστορική παρουσία δεκαοκτώ αιώνων με πλούσια δημιουργική δράση.
Στην ίδια περίπου περιοχή στο μεταίχμιο των βυζαντινών χρόνων και της τουρκοκρατίας αναβίωσε ένας μικρός οικισμός με το όνομα «Τσαπράνι», στα ΒΑ του σημερινού χωριού και σε υψόμετρο 200 περίπου μέτρων από τη θάλασσα. Μετά το 1930 το μεσόγειο χωριό άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του, οι οποίοι προτίμησαν να εγκατασταθούν στην ακτή. Τον οικισμό, που ίδρυσαν εκεί, τον ονόμασαν Νέα Σκιώνη, όνομα το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα με την καινούργια κοσμοπολίτικη τουριστική όψη του. Το καινούριο χωριό είναι ένας ήσυχος παραλιακός οικισμός, που περιβάλλεται από ελαιώνες. Η παραλία του χωριού βραβεύεται επί σειρά ετών με «γαλάζια σημαία».

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεώργιος Β. Καϊάφας - Συνταξιούχος Γυμνασιάρχης Φιλόλογος «Σκιώνη - Τσαπράνι - Νέα Σκιώνη»
ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗ ΣΚΙΩΝΗ
Monday, August 31, 2020
Η περιοχή της αρχαίας Σκιώνης δεν έχει ερευνηθεί αρχαιολογικώς σε μεγάλη έκταση. Η ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων έχει διενεργήσει δύο ανασκαφές. Η πρώτη έρευνα διεξήχθη από τον Κώστα Σισμανίδη τα έτη 1986 και 1991 σε αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο ανατολικό ήμισυ της πόλης (θέση «Μύτικας») ανοίχτηκαν εννέα μικρές δοκιμαστικές τομές και δύο μεγαλύτερα σκάμματα, όπου αποκαλύφθηκαν οικοδομικά λείψανα και άλλα ευρήματα της κλασικής περιόδου. Η δεύτερη ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από τις Ελισάβετ-Μπετίνα Τσιγαρίδα και Δόμνα Μανταζή τα έτη 2003 και 2004, κάλυψε έκταση περίπου 300 τ.μ. στη θέση «Παναγία», ένα χιλιόμετρο βορείως της αρχαίας Σκιώνης, και έφερε στο φως τμήμα του αρχαϊκού νεκροταφείου της πόλης καθώς και τμήμα νεκροταφείου της πρώιμης εποχής του χαλκού. Και για τις δύο έρευνες διαθέτουμε μόνο τις προκαταρκτικές αναφορές που δημοσίευσαν οι ανασκαφείς στο Αρχαιολογικό Δελτίο και στο ΑΕΜΘ.

● ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Επιφανειακές έρευνες και δοκιμαστικές τομές στο λόφο του Προφήτη Ηλία, ένα χιλιόμετρο βορείως της Σκιώνης, αποκάλυψαν ίχνη οικισμού της Νεώτερης Νεολιθικής και της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Η θέση βρίσκεται στη δυτική παρειά του λόφου, πολύ κοντά στο προϊστορικό νεκροταφείο και σε άμεση οπτική επαφή με αυτό.

● ΠΡΩΪΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Οικισμός της Νεώτερης Νεολιθικής και της Πρώιμης Χαλκοκρατίας φαίνεται να είχε αναπτυχθεί στη δυτική πλευρά του λόφου του Προφήτη Ηλία, σε μικρή απόσταση από το προϊστορικό νεκροταφείο. Το νεκροταφείο της πρώιμης εποχής του χαλκού εντοπίστηκε στη θέση «Παναγία», σε υψόμετρο περίπου 10 μ., πολύ κοντά στην ακτή. Ο ανασκαμμένος χώρος καλύπτει 80 τ.μ. και ακολουθεί την έντονη κλίση του εδάφους. Στο νεκροταφείο, που καλυπτόταν από μικρούς αργούς λίθους, παρατηρήθηκαν δύο τρόποι ταφής: η καύση, που είναι και ο επικρατέστερος τρόπος, και ο εγχυτρισμός. Χαρακτηριστικό στοιχείο του νεκροταφείου αυτού αποτελεί η οργάνωσή του με ταφικούς περιβόλους. Εντοπίστηκαν 13 περίβολοι διαφόρων σχημάτων (κυρίως κυκλικοί, αλλά και ελλειψοειδείς και τόξα) που διασώζουν από μία έως τρεις σειρές λίθων. Οι περίβολοι έχουν διάμετρο 1,50-2,50 μ.· η ακτίνα των τόξων κυμαίνεται από το 0,30 μ. έως το 1,00 μ.. Στο εσωτερικό 10 περιβόλων βρέθηκαν 12 τεφροδόχα αγγεία, από τα οποία τα περισσότερα είχαν τοποθετηθεί ανεστραμμένα πάνω σε πλακαρή πέτρα ή πάνω στο χώμα. Σε λίγες περιπτώσεις τα τεφροδόχα αγγεία έστεκαν όρθια και μία φιάλη έφρασσε το στόμιό τους. Σε καμία περίπτωση δεν βρέθηκαν θήκες για τα τεφροδόχα. Στα σχήματα των αγγείων δεν παρατηρείται μεγάλη ποικιλία. Τα θρυμματισμένα οστά μαζεύονταν προσεκτικά μετά την πλήρη καύση τους και τοποθετούνταν στο αγγείο χωρίς τα υπολείμματα της καύσης. Στην περίπτωση ενός τεφροδόχου που έχει συντηρηθεί τα οστά ανήκουν σε παιδί. Από ό,τι φαίνεται με βάση  τα υπάρχοντα στοιχεία, οι ταφές ήταν ακτέριστες. Βρέθηκαν, όμως, αρκετά κομμάτια σπασμένων αγγείων ανάμεσα στους λίθους που κάλυπταν το νεκροταφείο.
Γενικώς τα ανασκαφικά ευρήματα δεν δίνουν αρκετά στοιχεία για την ακριβή χρονολόγηση αυτών των ταφών. Φαίνεται ότι οι εγχυτρισμοί κατάργησαν τους περιβόλους με τα τεφροδόχα αγγεία και είναι πιθανό να χρονολογούνται στο τέλος της μέσης και στην αρχή της ύστερης φάσης της πρώιμης εποχής του χαλκού. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υπολείμματα ορθογώνιου κτίσματος διαστάσεων 2x2,5 μ. στο νοτιοανατολικό άκρο του νεκροταφείου. Σώζονται μόνο δύο σειρές αργών λίθων από τη θεμελίωση του κτηρίου. Στο εσωτερικό βρέθηκαν άφθονες ωμές πλίνθοι, πιθανότατα από την ανωδομή του κτίσματος. Κάτω από τις πλίνθους ανακαλύφθηκαν πολλά θραύσματα αγγείων, αλλά και ολόκληρα κύπελλα, σφονδύλια, ένα βαρίδιο, λίγα οστά ζώων και αποθηκευτικό αγγείο που βρέθηκε κατά χώραν. Το κτήριο πρέπει να χρησιμοποιούνταν για ταφικές τελετουργίες, αν και τα έως τώρα δεδομένα δεν αποδεικνύουν τη χρήση του αποκλειστικά για αυτόν το σκοπό. Το προϊστορικό νεκροταφείο της Σκιώνης πρέπει να χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο τμήμα με τους ταφικούς περιβόλους τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι νέοι περίβολοι δεν καταστρέφουν τους παλιούς. Αντίθετα, οι ταφικοί πίθοι διαταράσσουν σε μεγάλο βαθμό τους περιβόλους. Τα πρώτα αποτελέσματα από τη μελέτη της κεραμικής που προήλθε από το νεκροταφείο ανάγουν τη χρήση του χώρου από την πρώιμη φάση έως και το τέλος της μέσης φάσης της πρώιμης εποχής του χαλκού.

● ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ

Η Ιουλία Βοκοτοπούλου αναφέρει ότι εντός των τειχών της Σκιώνης βρέθηκαν λείψανα κατοικιών της πρώιμης εποχής του σιδήρου.

● ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Στην αρχαϊκή περίοδο ανήκουν μάλλον υπολείμματα ενός μνημειακού οικοδομήματος που ανακαλύφθηκαν στο ανατολικό ήμισυ της πόλης. Σε αρχαίο μεγάλο λάκκο βρέθηκαν πεταμένες περίπου 50 ασβεστολιθικές λιθόπλινθοι, μήκους 0,50-1,30 μ., επιμελώς κατασκευασμένες σε αρκετές διακρίνονται ανάγλυφα κυμάτια, περιτένειες ή αναθυρώσεις. Η καταστροφή του οικοδομήματος τοποθετείται από τον ανασκαφέα στον 4ο  αιώνα π.Χ. Τμήμα του αρχαϊκού νεκροταφείου της πόλης ανασκάφηκε στη θέση «Παναγία», ένα χιλιόμετρο βορείως της Σκιώνης, σε άμεση γειτνίαση με το προϊστορικό νεκροταφείο. Οι 19 τάφοι που διερευνήθηκαν περιείχαν όλοι παιδικές ταφές· είχαν κοινό προσανατολισμό (ΝΑ-ΒΔ) και ήταν ανοιγμένοι σε χωμάτινα άνδηρα. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν κιβωτιόσχημοι, δηλαδή λάκκοι επενδυμένοι με πήλινες επίπεδες πλάκες . Αυτός ο τύπος κιβωτιόσχημου τάφου με την επένδυση από πήλινες πλάκες δεν έχει βρεθεί σε άλλη θέση της Χαλκιδικής. Οι υπόλοιποι τάφοι ήταν εγχυτρισμοί (σε αμφορείς και πίθους) και λακκοειδείς. Οι περισσότερες ταφές περιείχαν πλούσια κτερίσματα: πήλινα αγγεία, γυάλινα φοινικικά αλάβαστρα, πήλινα ειδώλια διαφόρων τύπων, πήλινες γυναικείες και ανδρικές προτομές, αργυρά περικάρπια, χάλκινη στλεγγίδα . Σε αρκετές περιπτώσεις βρέθηκαν κτερίσματα και έξω από τους τάφους, συνήθως είναι κομμάτια πήλινων αγγείων και ειδωλίων, απομεινάρια ταφικών τελετουργιών που λάμβαναν χώρα μετά την ταφή. Το ίδιο έθιμο συναντάται και σε άλλα νεκροταφεία της Χαλκιδικής κατά τον ύστερο 6ο και τον 5ο  αιώνα π.Χ. Βρέθηκαν γύρω στα 200 αγγεία: τα περισσότερα (περίπου τα 3/4) μελανόμορφα του ύστερου 6ου και των αρχών του 5ου  αιώνα π.Χ., μικρότερος αριθμός κορινθιακών αγγείων του ύστερου 6ου  αιώνα π.Χ. και προϊόντα ντόπιων εργαστηρίων. Τα πολλά πήλινα ειδώλια διαφόρων τύπων που περιέχονταν στις ταφές κατασκευάστηκαν πιθανότατα σε ιωνικά εργαστήρια.

● ΚΛΑΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Στην κλασική περίοδο ανάγεται ένα μεγάλο δημόσιο κτήριο, και αυτό στο ανατολικό ήμισυ της πόλης, του οποίου έχει αποκαλυφθεί μόνο η βορειοανατολική γωνία (ο βόρειος τοίχος έχει ανασκαφεί σε μήκος 20 μ., ενώ ο ανατολικός τοίχος διερευνήθηκε μόνο στην αρχή του, εκεί όπου ενώνεται με τον βόρειο). Οι τοίχοι, που είναι χτισμένοι κατά το ισοδομικό σύστημα, σώζονται έως το ύψος του ενός μέτρου και περιτρέχονται εξωτερικά από λιθόστρωτο δρόμο. Αμέσως στα ανατολικά του κτηρίου αυτού ξεκίνησε η αποκάλυψη ενός ακόμα, σύγχρονου με το προηγούμενο, κτίσματος. Τα οικοδομικά κατάλοιπα συμπληρώνονται με πολυάριθμα κινητά ευρήματα: πλούσια κεραμική, μετάλλινα μικροαντικείμενα και χάλκινα νομίσματα των κλασικών χρόνων. Στην ίδια περιοχή της πόλης όπου έγιναν οι διερευνητικές τομές το 1986 ανασκάφηκαν και άλλα οικοδομικά λείψανα της κλασικής περιόδου. Ο Benjamin Meritt σημείωσε το 1923 ότι η επιφάνεια του λόφου όπου τοποθετείται η πόλη της Σκιώνης ήταν κατάσπαρτη με όστρακα από αγγεία κλασικών χρόνων και ότι στην κορυφή του λόφου διατηρούνταν υπολείμματα ενός πύργου του 4ου  αιώνα π.Χ.

● ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ - ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η ανασκαφική έρευνα δεν έχει έως τώρα αποδώσει ευρήματα της ελληνιστικής περιόδου από τη Σκιώνη. Το πιθανότερο είναι ότι η πόλη δεν απέφυγε τη μοίρα των υπολοίπων πόλεων της Παλλήνης στο τέλος του 4ου  αιώνα π.Χ. Η ίδρυση της Κασσάνδρειας το 315 π.Χ. και ο αναγκαστικός συνοικισμός οδήγησε σε ερήμωση τα παλαιά αστικά κέντρα της χερσονήσου. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις παραπέμπουν στην ύπαρξη μόνο χωριών και μικρών αγροτικών εγκαταστάσεων. Στους ρωμαϊκούς χρόνους επήλθε μεταβολή: περιορίζεται το μέγεθος της Κασσάνδρειας και ιδρύονται πολλοί νέοι οικισμοί, που είναι συχνά παράλιοι και συνδέονται με την ύπαρξη κεραμικών κλιβάνων. Μία τέτοια περίπτωση αναφέρεται από τη Βοκοτοπούλου σε σχέση με τη Σκιώνη.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ειρήνη Μαραθάκη - Διδακτορική Διατριβή 2014 «Η ιστορία και η νομισματοκοπία της αρχαίας Σκιώνης»
ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®

Ταυτότητα Μνημείου Αρχαίας Σκιώνης
Monday, August 31, 2020
Αρχαιολογικός χώρος στη θέση «Μύτικας» Νέας Σκιώνης
μέχρι της θαλάσσης και ζώνη πλάτους τριών χιλιομέτρων (3000 μ.) βορειοδυτικώς, όπου το αρχαίο νεκροταφείο. Περιλαμβάνει αρχαιότητες διαφόρων χρονικών περιόδων, οικοδομικά λείψανα της αρχαίας πόλης Σκιώνης και τα νεκροταφεία της.
Είδος Μνημείου: Νεκρικοί Χώροι και Μνημεία, Αρχαιολογικές Θέσεις
Χρονική Περίοδος: Αρχαιότητα
Φορέας Προστασίας: ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Αριθμός Υπουργικής Απόφασης, Αριθμός ΦΕΚ:
ΥΑ Φ31/36676/2920/4-10-1973, ΦΕΚ 1194/Β/5-10-1973
ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/51083/2531/13-10-1992, ΦΕΚ 677/Β/16-11-1992

Ο ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΔΡΥΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΣΚΙΩΝΗΣ
Monday, August 31, 2020
Ο Πρωτεσίλαος ήταν ήρωας Θεσσαλός, που καταγόταν από τη Φυλάκη, στην περιοχή της Φθιώτιδος Αχαΐας· γιος του Ιφίκλου (που ήταν γιος του Φυλάκου) και της Αστυόχης, αδελφός του Ποδάρκη. Αμέσως μετά το γάμο του με τη Λαοδάμεια έφυγε από την πατρίδα του για να λάβει μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας, επικεφαλής πλοίων. Όταν ο στόλος των Αχαιών έφτασε στα παράλια του Ιλίου, ο Πρωτεσίλαος πρώτος απ’ όλους πάτησε στη στεριά και πρώτος απ’ όλους σκοτώθηκε στις μάχες και με αυτόν τον τρόπο εκπληρώθηκε ένας χρησμός που προέβλεπε ότι εκείνος που θα πατήσει πρώτος την άμμο της Τροίας, θα είναι και ο πρώτος που θα πεθάνει. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Πρωτεσίλαος υπήρξε ανδρείος πολεμιστής, που ξεπερνούσε ακόμη και τον Αχιλλέα σε γενναιότητα. Μετά το θάνατό του, την ηγεσία των ανδρών του ανέλαβε ο νεώτερος αδελφός του Ποδάρκης. Όταν οι Τρώες με αρχηγό τον Έκτορα επιτέθηκαν εναντίον των προσορμισμένων πλοίων των Αχαιών με σκοπό την πυρπόληση του εχθρικού στόλου, ώστε οι Αχαιοί να μην μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, το πλοίο του Πρωτεσιλάου, παρά τη λυσσαλέα αντίσταση του Αίαντος, πήρε πρώτο φωτιά. Η πυρκαγιά αυτή έγινε αφορμή να βγεί στη μάχη ο Πάτροκλος, ντυμένος τα όπλα του Αχιλλέα, για να βοηθήσει στην απόκρουση των Τρώων μαζί με τους Μυρμιδόνες. Οι Τρώες υποχώρησαν προς την πόλη και η φωτιά έσβησε πριν κάψει ολοσχερώς το πλοίο του Πρωτεσιλάου. Η αναχώρηση του νεόνυμφου Πρωτεσιλάου για την Τροία αμέσως μετά το γάμο του και ο πρόωρος θάνατός του αποτέλεσαν έμπνευση για την ανάπτυξη, κυρίως κατά τον 5ο  αιώνα π.Χ., ενός μύθου σχετικά με το νιόπαντρο ζευγάρι, τα κύρια σημεία του οποίου είναι τα εξής: ο Πρωτεσίλαος και η Λαοδάμεια δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν κάποιες τελετές προς τιμήν της Αφροδίτης και η θυμωμένη θεά τούς εκδικείτ αιώνα Η Λαοδάμεια δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο για το χαμό του συζύγου της και σχεδόν χάνει τα λογικά της·αλλά και ο Πρωτεσίλαος στον Άδη δεν μπορεί να ξεχάσει τη σύζυγό του και θλίβεται βαθιά. Ο ήρωας παρακαλεί τους άρχοντες του Κάτω Κόσμου να του επιτρέψουν να ανέλθει στον κόσμο των ζωντανών, για να συναντηθεί με τη Λαοδάμεια, υποσχόμενος να την πείσει να τον ακολουθήσει στον Άδη. Ο Πλούτων και η Περσεφόνη συμφωνούν δίνοντάς του διορία 3 ωρών (ή μίας ημέρας). Ο Πρωτεσίλαος επιστρέφει στο σπίτι του με την όψη που είχε όταν έφυγε για την Τροία και οι δύο νέοι συναντώνται και πάλι. Όταν, όμως, ο Πρωτεσίλαος φεύγει για να γυρίσει πίσω στον Κάτω Κόσμο, η Λαοδάμεια είναι ακόμη πιο απαρηγόρητη από πριν και πεθαίνει. Ο τάφος του Πρωτεσιλάου βρισκόταν στον Ελαιούντα της Θρακικής Χερσονήσου· ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι γύρω από τον τάφο του ήρωα υπήρχε τέμενος με πολλά πλούτη, καθώς και ναός. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, στο τέμενος φύτρωναν φτελιές, οι οποίες ξεραίνονταν μόλις ψήλωναν τόσο, ώστε να «βλέπουν» το Ίλιον. Στον τάφο του Πρωτεσιλάου πραγματοποίησε θυσία ο Μέγας Αλέξανδρος, στο ξεκίνημα της εκστρατείας του στην Ασία. Ιερό του Πρωτεσιλάου υπήρχε και στη Φυλάκη, όπου τελούνταν και αγώνες προς τιμήν του ήρωα.
Σύμφωνα με μία εντελώς διαφορετική παραλλαγή, που μας παραδίδεται από τον Κόνωνα (1ος  αιώνα π.Χ. - 1ος  αιώνα μ.Χ.), ο Πρωτεσίλαος δεν πέθανε στην Τροία. Κατά την επιστροφή του στη Θεσσαλία, τα πλοία του προσορμίστηκαν για ανεφοδιασμό στη χερσόνησο της Παλλήνης, ανάμεσα στη Μένδη και στη Σκιώνη. Ενώ οι άνδρες απουσίαζαν στη στεριά, η Αιθίλλα, κόρη του Λαομέδοντος και αδελφή του Πριάμου, που βρισκόταν μεταξύ των αιχμαλώτων, πείθει τις υπόλοιπες Τρωαδίτισσες να βάλουν φωτιά στα πλοία, προκειμένου να εμποδιστεί η επιστροφή των Ελλήνων στα σπίτια τους. Αυτό το γεγονός οδήγησε στην ίδρυση της Σκιώνης. Ο Τζέτζης (12ος  αιώνα μ.Χ.) σε σχόλιο στον Λυκόφρονα (3ος  αιώνα π.Χ.) αναφέρει ότι οι άνδρες του Πρωτεσιλάου έφτασαν στην Παλλήνη, κοντά στο Κάναστρον.
Ο Πολύαινος (2ος  αιώνα μ.Χ.)77 και ο Στέφανος Βυζάντιος (6ος  αιώνα μ.Χ.) αναφέρονται στο κάψιμο των πλοίων από τις Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες, χωρίς όμως να σημειώνουν το όνομα συγκεκριμένου ήρωα. Ο Στράβων (περ. 64 π.Χ. - περ. 19 μ.Χ.) καταγράφει το ίδιο γεγονός του εμπρησμού των πλοίων από τις Τρωαδίτισσες σε συνδυασμό με την περιπετειώδη επιστροφή του Ηρακλέους από την εκστρατεία του εναντίον της Τροίας. Ο Θουκυδίδης (5ος  αιώνα π.Χ.) αναφέρει ότι οι Σκιωναίοι ισχυρίζονται («φασί») πως η πόλη τους ιδρύθηκε από Πελληνείς της Πελοποννήσου κατά την επιστροφή τους από την Τροία, όταν μια καταιγίδα τους ανάγκασε να βγουν στη στεριά στην περιοχή της Σκιώνης. Συνοψίζοντας, από τις φιλολογικές πηγές πληροφορούμαστε τα εξής: η Σκιώνη ιδρύθηκε από Αχαιούς (με την ευρεία έννοια του όρου, δηλ. Έλληνες) που είχαν πολεμήσει στην Τροία και επέστρεφαν στην πατρίδα τους μετά το τέλος του πολέμου (μία μόνο πηγή αναφέρεται στην πρώτη εκστρατεία εναντίον της Τροίας, με αρχηγό τον Ηρακλή). Μια καταιγίδα έσπρωξε τα πλοία προς την Παλλήνη της Χαλκιδικής και ανάγκασε τους Έλληνες να προσορμιστούν κοντά στη Σκιώνη (παραλλαγή: η στάση οφείλεται στην ανάγκη ανεφοδιασμού). Οι Αχαιοί εγκαταστάθηκαν στην Παλλήνη και ίδρυσαν τη Σκιώνη. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι τα πλοία κάηκαν από τις αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες και για αυτό το λόγο το ταξίδι της επιστροφής δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Ως προς την ταυτότητα αυτών των Αχαιών, ο Θουκυδίδης καταγράφει ότι προέρχονταν από την Πελλήνη της Αχαΐας· ο Τζέτζης αναφέρει ότι πρόκειται για τους άνδρες του Πρωτεσιλάου· ο Κόνων διηγείται ότι ο ίδιος ο Πρωτεσίλαος έφτασε στην περιοχή μαζί με τους άνδρες του.
Δεν παρατηρείται αντίθεση ανάμεσα στις δύο από τις παραλλαγές των διηγήσεων σχετικά με την ίδρυση της Σκιώνης: εκείνης που αφορά στους Αχαιούς, με την ευρύτερη έννοια των Ελλήνων που επιτέθηκαν στην Τροία, και εκείνης που αφορά στους Πελληνείς της πελοποννησιακής Αχαΐας. Πρόκειται εμφανώς για προσπάθεια σύνδεσης των ομόηχων τοπωνυμίων «Παλλήνη» και «Πελλήνη». Ο Oberhummer, αναλογιζόμενος τη μεταφορά του μύθου του Αλκυονέως από τη βόρεια-βορειοανατολική Πελοπόννησο στη Φλέγρα (δηλαδή στην Παλλήνη της Χαλκιδικής), πιστεύει ότι ίσως υφίστατο κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δύο περιοχές. Πρόβλημα δημιουργείται με την τρίτη παραλλαγή, που εμπλέκει τον ίδιο τον Πρωτεσίλαο, και που η ύπαρξή της φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τους στατήρες της Σκιώνης που φέρουν την κεφαλή του ήρωα. Ο Θεσσαλός Πρωτεσίλαος μπορεί να θεωρηθεί Αχαιός με την ευρύτερη έννοια, και υπό αυτό το πρίσμα η συγκεκριμένη εκδοχή του μύθου δεν έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τις δύο προηγούμενες παραλλαγές.
Το θέμα είναι ότι πρόκειται για τον ήρωα που σκοτώθηκε πρώτος στα Τρωικά, που τον τάφο του επεδείκνυαν στον Ελαιούντα της Θρακικής Χερσονήσου και που θα ήταν αδύνατο να έχει ιδρύσει πόλεις μετά το τέλος του πολέμου. Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε από τους ερευνητές, αρχαίους και σύγχρονους, με δύο τρόπους: ο Στράβων συνέδεσε την ίδρυση της Σκιώνης με την επιστροφή του Πρωτεσιλάου από την πρώτη εκστρατεία εναντίον της Τροίας υπό τον Ηρακλή. Το ίδιο έκανε και ο Höfer στην έκδοση του Κόνωνος. Τη θεωρία αυτή την αντέκρουσε ο Türk επισημαίνοντας ότι στο απόσπασμα του Κόνωνος δεν γίνεται σαφής αναφορά στον Ηρακλή και ότι οι αναγνώστες δεν θα σκέφτονταν την παλαιά εκστρατεία εναντίον της Τροίας, αλλά εκείνη που οργάνωσαν οι Ατρείδες εξαιτίας της αρπαγής της Ελένης. Ο ίδιος ο Türk αποδίδει τη σύνδεση της ίδρυσης της Σκιώνης με την επιστροφή του Πρωτεσιλάου από την Τροία σε λάθος ή αυθαιρεσία. Αν και δεν φαίνεται να γνώριζε τους στατήρες της πόλης, δεν αμφισβητεί την πεποίθηση των Σκιωναίων ότι η πόλη τους ιδρύθηκε από τον Πρωτεσίλαο. Πιστεύει ότι το όνομα του ήρωα προστέθηκε σε κάποια παραλλαγή των Νόστων, που πραγματευόταν την επιστροφή των ανδρών του Πρωτεσιλάου στην πατρίδα τους. Άλλοι ερευνητές θεωρούν πιθανή την ύπαρξη μιας παραλλαγής του μύθου του Πρωτεσιλάου, σύμφωνα με την οποία ο ήρωας δεν πέθανε στην Τροία. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές στον Πρωτεσίλαο αποδίδονταν τιμές μεγαλύτερες από εκείνες που συνήθως αναλογούσαν στους ήρωες. Εκτός από τους αθλητικούς αγώνες στη Φυλάκη, έθιμο συνηθισμένο στο πλαίσιο απόδοσης ηρωικών τιμών, μαθαίνουμε ότι στο Πρωτεσιλάειον του Ελαιούντα ο ήρωας τιμούνταν ως θεός. Ο Αρταύκτης, μάλιστα, τον αποκαλεί θεό. Έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με τη θεϊκή υπόσταση του Πρωτεσιλάου: άλλοι πιστεύουν ότι έχει χθόνιο χαρακτήρα, άλλοι ότι παρουσιάζει χαρακτηριστικά των θεοτήτων που σχετίζονται με τη βλάστηση, και κατ’επέκταση με τη λατρεία του Διονύσου. Υπάρχει και η θεωρία ότι πρόκειται για έναν θεό του Κάτω Κόσμου, η λατρεία του οποίου μεταφέρθηκε από τη Φυλάκη στη Θρακική Χερσόνησο μέσω πρώιμης αποικιστικής δραστηριότητας· αργότερα, ο μύθος εντάχθηκε στα Τρωικά. Δυστυχώς, οι ελάχιστες αναφορές των αρχαίων πηγών στη σχέση του Πρωτεσιλάου με τη Σκιώνη δεν μας διαφωτίζουν σχετικά με τη φύση της λατρείας του στην πόλη αυτή. Δεν γνωρίζουμε καν αν λατρευόταν και εκεί ως θεός, όπως στον Ελαιούντα, ούτε διαθέτουμε πληροφορίες σχετικά με την παλαιότητα του μύθου που
συνέδεε τον ήρωα με τη Σκιώνη. Τα αρχαιότερα (μέχρι τώρα τουλάχιστον) τεκμήρια για τη σύνδεση αυτή είναι οι στατήρες με την κεφαλή του Πρωτεσιλάου του 5ου  αιώνα π.Χ. Ακόμη και αν η ισχύει η ανάλυση του Höfer ότι πηγή του Κόνωνος για τις σχετικές με την Παλλήνη Διηγήσεις αποτέλεσαν τα Παλληνιακά του Ηγησίππου, η δράση του Χαλκιδέως ιστορικού τοποθετείται στον 4ο  αιώνα π.Χ.
Άρα, με βάση τα λιγοστά στοιχεία που διαθέτουμε σήμερα, μπορούμε να συνοψίσουμε τα σχετικά με τον ιδρυτικό μύθο της Σκιώνης ως εξής: στη Σκιώνη, που από ότι φαίνεται κατοικούνταν ήδη κατά τη Νεώτερη Νεολιθική, προφανώς δεν υπήρχαν ιστορικές μνήμες σχετικά με την αποικιστική δραστηριότητα συγκεκριμένων οικιστών. Ίσως δεν είχε υπάρξει οργανωμένη άφιξη αποίκων από κάποια ελληνική πόλη, όπως συνέβη με άλλες πόλεις της Χαλκιδικής, που διατήρησαν τις σχετικές πληροφορίες στην ιστορία τους. Είναι πιθανό η εγκατάσταση των Ελλήνων να έγινε σταδιακά, χωρίς να υπάρχει κάποιο ορόσημο στο χρόνο. Πιθανόν η ανάμνηση αυτής της δραστηριότητας οδήγησε στην ανάπτυξη ενός τοπικού ιδρυτικού μύθου, που ενέτασσε την ίδρυση της πόλης στους κύκλους των Νόστων. Πιθανότατα ο μύθος αυτός μιλούσε για Αχαιούς (με την ευρύτερη έννοια των Ελλήνων), που μετά από περιπέτειες ίδρυσαν την πόλη. Η παλαιότερη ονομασία της Παλλήνης, Φλέγρα, ίσως ενέπνευσε την ιστορία με την πυρκαγιά στα πλοία που ανάγκασε τους Αχαιούς να εγκατασταθούν στο συγκεκριμένο μέρος, καθώς δεν ήταν πλέον δυνατόν να συνεχίσουν το ταξίδι της επιστροφής. Η ονομασία της χερσονήσου της Παλλήνης οδήγησε εύκολα στη σύνδεση με την ομόηχη Πελλήνη της πελοποννησιακής Αχαΐας. Άγνωστο παραμένει το πότε εισήχθη στον ιδρυτικό μύθο η μορφή του Πρωτεσιλάου. Ίσως έγινε μετά τους Περσικούς Πολέμους, όταν οι Σκιωναίοι επέλεξαν να συνδέσουν το παρελθόν της πόλης τους με έναν από τους πιο ανδρείους ήρωες των Τρωικών, κάποιον που είχε πολεμήσει με γενναιότητα εναντίον των Τρώων, όπως και οι ίδιοι οι Σκιωναίοι είχαν πολεμήσει γενναία εναντίον των Περσών. Το πιθανότερο είναι ότι οι Σκιωναίοι στηρίχθηκαν σε μια εκδοχή των Τρωικών που ήθελε τον Πρωτεσίλαο να παραμένει ζωντανός και να παίρνει το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα του. Η επιλογή ενός ήρωα που λατρευόταν στη Θρακική Χερσόνησο ενδεχομένως αποτελεί άλλη μία ένδειξη των στενών σχέσεων των πόλεων της Χαλκιδικής με τις βορειοδυτικές ακτές της Μικράς Ασίας και το βορειοανατολικό Αιγαίο γενικότερα.
Ανάμεσα στις λιγοστές αναπαραστάσεις του Πρωτεσιλάου, ένα γλυπτό του Δεινομένη αναφέρεται στη Φυσική Ιστορία του Πλινίου. Αυτό που σώζεται είναι δύο ρωμαϊκά αντίγραφα ενός χαμένου ελληνικού ορειχάλκινου πρωτοτύπου των μέσων του 5ου αιώνα π.Χ., το οποίο αναπαριστούσε τον θάνατο του ήρωα. Το ένα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ το άλλο στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Αν η τραγωδία του Ευριπίδη «Πρωτεσίλαος» είχε σωθεί, το όνομα του Θεσσαλού πολεμιστή θα ήταν περισσότερο γνωστό σήμερα.

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ειρήνη Μαραθάκη - Διδακτορική Διατριβή 2014 «Η ιστορία και η νομισματοκοπία της αρχαίας Σκιώνης»
ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®

Φωτογραφίες Αρχαιολογικών Χώρων
Φωτογραφίες Ανασκαφών
Ευρήματα Ανασκαφών
Χάρτες Ανασκαφών
Νομίσματα Αρχαίας Σκιώνης
Monday, August 31, 2020
Νομισματική παραγωγή Σκιώνης

Η πόλη της Σκιώνης έκοψε νομίσματα από τα τέλη του 6ου π.Χ αιώνα μέχρι την ενσωμάτωσή της στο Μακεδονικό βασίλειο του Φιλίππου Ε', το 349/8 π.Χ. Η νομισματική παραγωγή της πόλης δεν είναι τόσο μεγάλη, όπως οι αντίστοιχες των πόλεων της Μένδης ή της Ακάνθου, γεγονός που διαφαίνεται και από τη σχετική σπανιότητα ιδίως των μεγαλύτερων υποδιαιρέσεων. Από την άλλη τα νομίσματα της πόλης, καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του νομισματοκοπείου, φαίνεται ότι εξυπηρετούσαν τις εγχώριες μόνο ανάγκες, καθώς σπάνια συναντάμε νομίσματα Σκιώνης σε θησαυρούς μακριά από τη Χαλκιδική. Φαίνεται ότι κυρίαρχες θεότητες της πόλης ήταν ο Απόλλωνας και η Αφροδίτη. Παρόλα αυτά, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα της ύπαρξης αμπελοκαλλιέργειας, η οποία ήταν ίσως μία από τις κύριες αγροτικές ασχολίες των Σκιωναίων. Άλλωστε, ήταν κάπως δύσκολο για τη γειτονική Μένδη να στηρίξει τη ζήτηση του προϊόντος της βασιζόμενη αποκλειστικά στους αμπελώνες που βρίσκονταν εντός των γεωγραφικών της ορίων. Υπήρχε, λοιπόν, κάποια εμπορική σχέση ανάμεσα στις δύο πόλεις, κάτι που μπορεί να επιβεβαιωθεί και από το Δημοσθένη, που στο δικανικό του λόγο κατά του Λακρίτου, μας πληροφορεί, ότι ένα πλοίο αφού φόρτωσε τρεις χιλιάδες αμφορείς Μενδαίου οίνου, είτε από τη Μένδη είτε από τη Σκιώνη, κατά την πορεία του προς τον Εύξεινο Πόντο, βυθίστηκε. Η πηγή αυτή είναι πολύ σημαντική, αφενός διότι αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της παραγωγής οίνου της Μένδης και αφετέρου, διότι η Σκιώνη, σύμφωνα με την πηγή, αντιμετωπίζεται στην ουσία ως κέντρο εμπορίας του εν λόγω προϊόντος. Η μελέτη της νομισματοκοπίας της βασίστηκε στις διασταυρώσεις των σφραγίδων, στην τεχνοτροπική και τυπολογική ανάλυση, καθώς και στον προσδιορισμό των σταθμητικών κανόνων που υιοθέτησε η πόλη.
Ήδη από την πρώτη περίοδο νομισματοκοπίας της Σκιώνης (περ. 510-470 π.Χ.) τα νομίσματα φέρουν στον εμπροσθότυπο επιγραφή. Ενεπίγραφοι είναι οι στατήρες, το ήμισυ στατήρος και τα τετρώβολα· οι μικρότερες αξίες είναι ανεπίγραφες. Εξαιτίας της κακής κατάστασης διατήρησης των στατήρων δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για τις επιγραφές τους. Στο στατήρα η επιγραφή ΣΚΙΟΝΑΙΟΝ ξεκινά κανονικά στο έξεργο και συνεχίζεται επί τα λαιά στο πεδίο του νομίσματος, πάνω. Στο ήμισυ στατήρος η επιγραφή ΣΚΙΟ βρίσκεται στο έξεργο. Στα τετρώβολα, η επιγραφή ΣΚΙΟΝΑΙΟΝ αναγράφεται κυκλικά γύρω από το ημίτομο λέοντος, αρχικά επί τα λαιά, αργότερα κανονικά. Στην αρχή το σίγμα είναι τρισκελές, προς το τέλος της περιόδου τετρασκελές. Στην τελευταία ενεπίγραφη ομάδα της πρώτης περιόδου η επιγραφή είναι ΣΚΙΩΝΑΙΟΝ, παρουσιάζοντας το ωμέγα του ιωνικού αλφαβήτου. Η έλλειψη περισσότερων στοιχείων από την ίδια τη Σκιώνη δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος. Το γεγονός ότι η επιγραφή με το ιωνικό ωμέγα έχει κατάληξη -ον οδηγεί στη σκέψη ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν έχουμε το εθνικό όνομα των πολιτών της Σκιώνης στη γενική πληθυντικού, αλλά ένα επίθετο σε ονομαστική ενικού ουδετέρου, που συμπληρώνεται με μία λέξη όπως «κόμμα» ή «ἀργύριον». Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν αυτό ισχύει και για την επιγραφή ΣΚΙΟΝΑΙΟΝ.
Στη δεύτερη περίοδο (περ. 470-421 π.Χ.) το εθνικό μεταφέρεται στην πίσω όψη των νομισμάτων, που διαθέτει πλέον εικονιστική παράσταση. Οι μικρές υποδιαιρέσεις (ορισμένοι από τους οβολούς, τριτεταρτημόρια, ημιωβόλια) είναι και εδώ ανεπίγραφες. Στον εμπροσθότυπο των στατήρων παρατηρείται η σπανιότατη περίπτωση της αναγραφής του ονόματος του εικονιζόμενου ήρωα πάνω στο κράνος του: στο λοφίο της περικεφαλαίας προβάλλονται, επί τα λαιά, τα γράμματα ΠROΤΕΣΙΛΑΣ. Στην τρίτη περίοδο (περ. 404 - 315 π.Χ.), η εναρκτήρια έκδοση τετρωβόλων φέρει την επιγραφή ΣΚΙ, με τα γράμματα τοποθετημένα στα κενά γύρω από την περικεφαλαία του οπισθοτύπου. Την ίδια διευθέτηση παρουσιάζουν και ορισμένοι από τους συνανήκοντες οβολούς. Η επόμενη έκδοση τετρωβόλων, που χρονολογείται προς τα μέσα του 4ου αιώνα, διαθέτει πλήρως ανεπτυγμένο το εθνικό (ΣΚΙΩΝΑΙΩΝ). Τα χάλκινα νομίσματα φέρουν στην πλειονότητά τους τα πρώτα τρία ή τέσσερα γράμματα του εθνικού (ΣΚΙ ή ΣΚΙΩ). Στις φωτογραφίες έχουν περιληφθεί όλα τα νομίσματα της Σκιώνης που εντοπίσαμε σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ελλάδας και του εξωτερικού, καθώς και τα νομίσματα που βρήκαμε στους καταλόγους δημοπρασιών και συνοδεύονταν από φωτογραφική τεκμηρίωση.
● ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΙΑΣ: περ. 510-470 π.Χ.
Κατά την πρώτη περίοδο της νομισματικής παραγωγής της η Σκιώνη εξέδωσε αργυρά νομίσματα στις παρακάτω έξι αξίες: στατήρες και ημίσεα στατήρος του αττικού-ευβοϊκού σταθμητικού κανόνα· τετρώβολα, διώβολα, τριτεταρτημόρια και ημιωβόλια του θρακο-μακεδονικού κανόνα. Οι στατήρες απεικονίζουν σκηνή σπαραγμού, όπου λέων επιτίθεται σε ελάφι, και τα ημίσεα στατήρος λέοντα που σπαράσσει το μηρό ελαφιού. Στις μικρότερες υποδιαιρέσεις εικονίζεται μόνο ο λέων: στα τετρώβολα το ημίτομο λέοντος, στα διώβολα, στα τριτεταρτημόρια και στα ημιωβόλια η κεφαλή του. Έγκοιλο τετράγωνο καταλαμβάνει την πίσω όψη όλων των νομισμάτων. Επιγραφή φέρουν μόνο οι στατήρες, τα ημίσεα στατήρος και τα τετρώβολα. Οι μικρότερες αξίες είναι ανεπίγραφες. Χάρη στις επιγραφές έγινε δυνατή η οριστική απόδοση των νομισμάτων της πρώτης περιόδου στη Σκιώνη.
● ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΙΑΣ: περ. 470-421 π.Χ.
Κατά τη δεύτερη περίοδο νομισματοκοπίας η Σκιώνη εξέδωσε αργυρά νομίσματα στις παρακάτω αξίες: στατήρες, πιθανόν ημίσεα στατήρος, και τετρώβολα αττικού-ευβοϊκού σταθμητικού κανόνα· τετρώβολα, οβολούς, τριτεταρτημόρια και ημιωβόλια του θρακο-μακεδονικού κανόνα. Οι στατήρες και τα ημίσεα στατήρος φέρουν στην μπροστινή πλευρά την κρανοφόρο κεφαλή του ήρωα Πρωτεσιλάου και στην πίσω πρύμνη πλοίου μέσα σε έγκοιλο τετράγωνο. Οι μικρότερες αξίες έχουν όλες την κεφαλή του Πρωτεσιλάου ως εμπροσθότυπο και τη συνδυάζουν με διαφορετικούς οπισθοτύπους: τα τετρώβολα θρακο-μακεδονικού βάρους και τα τριτεταρτημόρια παρουσιάζουν οφθαλμό μέσα σε έγκοιλο τετράγωνο· οι οβολοί βότρυ μέσα σε έγκοιλο τετράγωνο. Σε τετρώβολα αττικού-ευβοϊκού, αλλά και σε άλλα θρακο-μακεδονικού βάρους, καθώς και σε ημιωβόλια, απεικονίζεται κορινθιακή περικεφαλαία. Μία μόνο κοπή τετρωβόλων φέρει στον οπισθότυπο περιστέρι. Επιγραφή έχουν μόνο οι στατήρες, το ήμισυ στατήρος, τα τετρώβολα και ορισμένοι οβολοί. Οι μικρές αξίες παραμένουν ανεπίγραφες, όπως στην πρώτη περίοδο νομισματοκοπίας.
● ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΚΟΠΙΑΣ: τέλος 5ου αιώνα - γ΄ τέταρτο 4ου αιώνα π.Χ.
Η τρίτη περίοδος ξεκινά με την κοπή αργυρών τετρωβόλων και οβολών του θρακο-μακεδονικού σταθμητικού κανόνα, με ταινιοφόρο κεφαλή Πρωτεσιλάου στον εμπροσθότυπο και κορινθιακή περικεφαλαία στον οπισθότυπο. Τα τετρώβολα προέρχονται όλα από ένα ζεύγος σφραγίδων, ενώ οι οβολοί σχηματίζουν δύο ομάδες συνδεόμενων σφραγίδων, που ακολουθούνται από ένα μεμονωμένο ζεύγος.
Η μεγάλη εικονογραφική και τεχνοτροπική ομοιότητα των νομισμάτων με τα νομίσματα του Χαλκιδικού Κοινού, με τους αργυρούς στατήρες του Αρχελάου της Μακεδονίας (413-400/399 π.Χ.) και με τα τετράδραχμα της Αίνου γύρω στο 410 π.Χ. χρονολογεί αυτήν την ομάδα στα πρώτα χρόνια αμέσως μετά την επιστροφή των Σκιωναίων στην πόλη τους το 405-404 π.Χ. Πολύ νωρίς μέσα στον 4ο αιώνα π.Χ. πρέπει να ξεκίνησε η κοπή χάλκινων νομισμάτων στη Σκιώνη και φέρουν ως εμπροσθότυπο μία ανδρική κεφαλή με διακοσμημένο κράνος, που είναι λογικό να υποθέσουμε ότι απεικονίζει τον Πρωτεσίλαο. Στον οπισθότυπο παριστάνεται πτηνό που πετά προς τ’ αριστερά. Το πιθανότερο είναι πως πρόκειται για περιστέρι, αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Στην επόμενη χάλκινη κοπή το περιστέρι έχει μεταφερθεί στην πρόσθια πλευρά και την πίσω καταλαμβάνει ένας δεξιός οφθαλμός. Στο πεδίο του νομίσματος έχει προστεθεί η επιγραφή με τμήμα του εθνικού ονόματος των Σκιωναίων. Στις αρχές του γ΄ τετάρτου του 4ου αιώνα η Σκιώνη άρχισε να κόβει και πάλι χάλκινα νομίσματα.
● ΚΥΡΙΟΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ
ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ (ΛΕΩΝ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΕ ΕΛΑΦΙ)
ΚΕΦΑΛΗ ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΥ
ΠΡΥΜΝΗ ΠΛΟΙΟΥ
ΟΦΘΑΛΜΟΣ
ΒΟΤΡΥΣ
ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ
ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
ΕΓΚΟΙΛΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ

ΠΗΓΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ειρήνη Μαραθάκη - Διδακτορική Διατριβή 2014 «Η ιστορία και η νομισματοκοπία της αρχαίας Σκιώνης»
ΕΡΕΥΝΑ & ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ-ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ:
Βαγγέλης Κατσαρίνης
Ηλεκτρονικός - Κατασκευαστής Ιστοσελίδων Διαδικτύου
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®

Skione-400-350bc-Aphrodite-Right-Dove-Right-02
Skione-400-350bc-Aphrodite-Right-Dove-Right-Bronze
Skione-400-350bc-Apollo-Helmet-Right-Bronze
Skione-400-350bc-Male-Head-Helmet-Right-01
Skione-400-350bc-Male-Head-Left-2doves-Bronze
Skione-400-350bc-Male-Head-Left-Helmet-Left
Skione-400-350bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-01
Skione-400-350bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-02
Skione-400-350bc-Male-Head-Right-Wearing-Tainia-Helmet-Right-01
Skione-420bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Tetrobol
Skione-424bc-Apollo-Right-Helmet-Right-Silver-Hemiobol-01
Skione-424bc-Apollo-Right-Helmet-Right-Tetrobol
Skione-424bc-Diademed-Male-Head-Grape-Bunch-Trihemiobol
Skione-425-400bc-Helmet-Right-Square-Four
Skione-430-420bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Silver-Hemiobol-03
Skione-430-420bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Silver-Obol-01
Skione-430bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Tetrobol
Skione-450bc-350bc-Male-Head-Left-Human-Eye-Silver
Skione-450bc-350bc-Male-Head-Right-2doves
Skione-450bc-350bc-Male-Head-Right-Dove-Right-Silver
Skione-450bc-350bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Silver-01
Skione-450bc-350bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Silver-02
Skione-450bc-Diademed-Male-Head-Right-Helmet-Right-Hemiobol
Skione-460-450bc-Male-Head-Left-Helmet-Left-Silver-Tetrobol
Skione-460-450bc-Male-Head-Right-Helmet-Right-Silver-Tetrobol
Skione-470-460bc-Protesilaos-Ship-Stern-Silver-Tetradrachm
Skione-480-450bc-Helmet-Left-Square-Four-Silver-Obol-01
Skione-480-450bc-Helmet-Left-Square-Four-Silver-Obol-02
Skione-480-450bc-Lion-Square-Four-Tetrobol
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver-Hemiobol
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver-Tetrobol-01
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver-Tetrobol-02
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver-Tetrobol-03
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver-Tetrobol-05
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Tetrobol-01
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Tetrobol-02
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Ship-Stern-Tetradrachm
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Tetrobol-01
Skione-480-450bc-Male-Head-Right-Tetrobol-02
Skione-480-450bc-Protesilaos-Right-Human-Eye-Tetrobol
Skione-480-450bc-Protesilaos-Right-Ship-Stern-Tetradrachm
Skione-480-450bc-Square-Four-Silver-Diobol
Skione-480-453bc-Bare-Male-Right-Tetrobol
Skione-480-470bc-Protesilaos-Right-Ship-Stern-Tetradrachm
Skione-480bc-450bc-Lion-Square-Four-Silver-01
Skione-480bc-450bc-Lion-Square-Four-Silver-02
Skione-480bc-450bc-Male-Head-Right-Human-Eye-Silver
Skione-480bc-450bc-Protesilaos-Right-Ship-Stern-Silver
Skione-500bc-Helmet-Left-Square-Four-Obol
Skione-525-500bc-Helmet-Right-Square-Four-Silver-Didrachm
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ (LINKS):
Monday, August 30, 2021

Τα Μετόχια της χερσονήσου Κασσάνδρας
Επιφανείς Κασσάνδρας
Οι υγρότοποι της Κασσάνδρας από ιστορικο-αρχαιολογική άποψη
Λαογραφία & Πολιτισμός στην Κασσάνδρα
Η λίμνη Μαυρόμπαρα με τις σπάνιες χελώνες στο Πολύχρονο
Περιπατητικές Διαδρομές στην Χερσόνησο της Κασσάνδρας
Το πυροβόλο FLAK 30 των 20mm στην παραλία της Φούρκας
Ζωγράφοι-Γλύπτες
Λαϊκοί Οργανοπαίχτες & Τραγουδιστές της Κασσάνδρας
Λογοτέχνες-Συγγραφείς-Επιστήμονες της Κασσάνδρας
Οι Εκκλησίες & Τα Παρεκλήσια Της Κασσάνδρας (Φωτογραφίες)
Φεστιβάλ & Πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Κασσάνδρα
Ιαματικά Λουτρά Αγίας Παρασκευής (SPA)
Παλαιοχριστιανική Βασιλική στη θέση Σωλήνας Καλλιθέας
Παναγία Φανερωμένη ξωκλήσι του 16ου αιώνα στην Νέα Σκιώνη
Βυζαντινός Πύργος & Αγίασμα του Αγίου Παύλου στην Νέα Φώκαια
Άγιος Αθανάσιος τοιχογραφημένος ναός της Φούρκας
Ξενοφών Παιονίδης επιφανής αρχιτέκτωνας από την Φούρκα
Άγια Τριάδα τοιχογραφημένος ναός του Κασσανδρινού
Εκκλησία της Παναγίας τοιχογραφημένος ναός (1619) της Καλάνδρας
Ο Φάρος στο Ποσείδι
Τα παλιά σπίτια της Κασσάνδρειας
Ο ανεμόμυλος της Κασσάνδρειας
Ο γεροπλάτανος της Κασσάνδρειας
Παλαιοντολογικά ευρήματα στην Κρυοπηγή
Υγρότοποι Νέας Φώκαιας (NATURA 2000)
Το Σπήλαιο στα Λουτρά της Αγίας Παρασκευής Χαλκιδικής
Μικρό αφιέρωμα στους εκλεγμένους Πολιτικούς της Κασσάνδρας

Sunspot Web Design
www.kassandra-halkidiki.gr
ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
ΠΛΗΡΗΣ Τουριστικός & Πολιτιστικός Οδηγός
ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ & ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ
ΜΑΙΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ & ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΙΝΗΣ
63077 Πεζόδρομος Κασσάνδρειας Χαλκιδικής
ΤΗΛ.: +302374023330 & +306946676500
e-mail:
© Sunspot Web Design 2008-2022 ®
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση
Thursday, March 31, 2022
και γενικά η αναπαραγωγή των κειμένων της ιστοσελίδας, με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά, χωρίς γραπτή άδεια του δημιουργού. Οι φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του Sunspot Web Design, βάσει του νόμου 2121/1993 και της Διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με το νόμο 100/1975). Σημειώνεται ότι η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Όλες οι δημοσιευμένες φωτογραφίες αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία των φωτογράφων και διέπονται από τους νόμους του Ελληνικού Κράτους περί πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται να αναπαράγετε τo site, εξ ολοκλήρου ή τμηματικά, χωρίς την έγγραφη άδεια των διαχειριστών. Εάν επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε μία ή περισσότερες από τις φωτογραφίες για παρουσίαση σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, υποχρεούστε να αναφέρετε στην ίδια σελίδα και σε ευκρινές σημείο το website: www.kassandra-halkidiki.gr ως πηγή των εικόνων (link).

Συνεργαζόμενες ιστοσελίδες:
HALKIDIKI GREECE
KASSANDRA'S DRINK, EAT & LEARN GUIDE
Κασσάνδρεια Χαλκιδικής
Kassandra Hotels